Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

49. Ώρα επισκεπτηρίου



Ο Βεντούζας χασμουρήθηκε. Πόσες ώρες είχε κοιμηθεί από την τελευταία φορά που θυμόταν τον εαυτό του ξύπνιο; Δεν μπορούσε να υπολογίσει. Όμως, σίγουρα αισθανόταν καλύτερα. Μέχρι που του επέτρεπαν να μένει καθιστός στο κρεβάτι του, αν το ήθελε. Του φαινόταν πολύ κουραστικό, αλλά πίεζε τον εαυτό του να μένει καθιστός για να συνηθίζει.
Έτσι και τώρα, ανακάθησε στο κρεβάτι του και ακούμπησε την πλάτη του στο μαξιλάρι, που το είχε ανασηκώσει όσο μπορούσε, για να νιώθει πιο άνετα. Ένα περιστέρι είχε καθήσει έξω από το παράθυρο του δωματίου του και κοίταζε προς τα μέσα.
Η πόρτα του δωματίου του άνοιξε. Δύο νοσοκόμοι έφεραν έναν άλλο ασθενή στο διπλανό κρεβάτι. Ο ασθενής ήταν ηλικιωμένος και του είχαν βάλει ορό. Μαζί του μπήκε και μια αρκετά νεότερη γυναίκα, που κρατούσε ένα σακβουαγιάζ, πιθανώς με τα πράγματα του ασθενή.
-   Καλημέρα, ένευσε η γυναίκα στον Βεντούζα και εκείνος απλώς κούνησε το κεφάλι του. Δυσκολευόταν ακόμα να μιλήσει.
Το περιστέρι πέταξε και χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Οι νοσοκόμοι τακτοποίησαν τον ηλικιωμένο στο κρεβάτι του και έφυγαν βιαστικά.
-   Τι έχει; ρώτησε ο Βεντούζας ύστερα από λίγο.
-   Ζάχαρο, απάντησε εκείνη. Ζάχαρο και Αλτσχάιμερ. Και καθώς ξεχνάει ότι έχει ζάχαρο, δεν προσέχει και κάθε τρεις και λίγο τρέχουμε στα νοσοκομεία…
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και, προτού προλάβει κάποιος από τους δύο να μιλήσει, η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Λιλήθ.
-   Καλημέρα, είπε, αφού κοντοστάθηκε μόλις είδε ότι υπήρχαν κι άλλοι στο δωμάτιο.
-   Καλημέρα, είπε ο Βεντούζας.
-   Καλημέρα, είπε και η γυναίκα που συνόδευε τον ηλικιωμένο.
-   Βλέπω έχεις παρέα, είπε η Λιλήθ.
-   Ναι, τώρα τον φέρανε τον κύριο.
-   Πώς είσαι σήμερα;
-   Καλύτερα.
-   Φαίνεται. Το χρώμα σου έχει φτιάξει πολύ.
-   Νυστάζω, όμως, … συνέχεια νυστάζω.
-   Ε, αυτό είναι φυσικό, τόσα φάρμακα παίρνεις ακόμα.
-   Εσύ, τι κάνεις;
-   Καλά είμαι.
Η Λιλήθ φαινόταν ανήσυχη, σαν να ήθελε να πει κάτι και δίσταζε. Ο Βεντούζας το κατάλαβε.
-   Όλα καλά; ρώτησε.
-   Ναι, μια χαρά. Σου είπαν πότε θα βγεις;
-   Όχι ακόμη.
Η Λιλήθ παρέμενε σκεπτική.
-   Συνέβη κάτι; ρώτησε τότε ο Βεντούζας.
-   Σαν τι να συνέβη, δηλαδή;
-   Δεν ξέρω, κάτι… Σε βλέπω πολύ σκεπτική.
Η Λιλήθ παραξενεύτηκε λίγο που είδε ότι ο Βεντούζας την είχε ψυχολογήσει τόσο καλά.
-   Καλά, είπε ύστερα από λίγο, θα σου πω, αλλά θέλω πρώτα να μου υποσχεθείς ότι δεν θα πάθεις καμία κρίση…
-   Μην ανησυχείς, είπε ο Βεντούζας και χαμογέλασε ελαφρά, ακόμα και να πάθω κάτι, σε νοσοκομείο βρισκόμαστε.
Η Λιλήθ δεν χαμογέλασε, αλλά θεώρησε ότι το χαμόγελο του Βεντούζα ήταν καλό σημάδι.
-   Να, εχθές το βράδυ…
-   Ναι;
-   Η Παρθένα…
-   Η Βαλαωρίτη;
-   Ναι…
-   Πέθανε; είπε έκπληκτος ο Βεντούζας, που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι και η Παρθένα Βαλαωρίτη θα μπορούσε να πεθάνει.
-   Όχι, είπε η Λιλήθ, ανακουφισμένη που ο Βεντούζας σχεδόν βρήκε μόνος του την απάντηση. Δεν πέθανε, αλλά κινδυνεύει. Έπαθε κάποιου είδους δηλητηρίαση, οι γιατροί ακόμα δεν έχουν καταλάβει ποιο ήταν το δηλητήριο που πήρε.
-   Πώς έγινε αυτό;
-   Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι ότι βρίσκεται σε κώμα.
-   Βρε, την κακομοίρα… είπε ο Βεντούζας, που ένιωσε πραγματικά συμπόνια για τη Βαλαωρίτη. Περίεργο, όμως… Και εσύ πώς το έμαθες;
-   Με πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο. Το βρήκαν αποθηκευμένο στο κινητό της. Τους τηλεφώνησε, μου είπαν, εχθές το βράδυ και μέχρι να φτάσουν στο σπίτι της εκείνη ήδη βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση.
-   Και δεν ξέρουν τι δηλητήριο πήρε;
-   Όχι, από όσο ξέρω.
-   Και σε ποιο νοσοκομείο την έχουν;
-   Εδώ βρίσκεται, σε άλλη πτέρυγα όμως.
-   Για δες κάτι συμπτώσεις…
-   Ναι, είπε η Λιλήθ, μεγάλες συμπτώσεις.
Ο Βεντούζας χασμουρήθηκε.
-   Νυστάζεις; ρώτησε η Λιλήθ.
-   Ναι, μου συμβαίνει όλη την ώρα, δε σου το είπα;
-   Να σε αφήσω, τότε, να κοιμηθείς.
Ο Βεντούζας δεν απάντησε. Είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται στον ύπνο.
Η Λιλήθ χαιρέτησε τη γυναίκα που συνόδευε τον ηλικιωμένο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω από το δωμάτιο. Τα βήματά της αντήχησαν στον άδειο διάδρομο. Θα πήγαινε να δει την Παρθένα. Όχι από συμπόνια, ούτε από ενδιαφέρον, από τυπική υποχρέωση και μόνο. Αν ήθελε να είναι απολύτως ειλικρινής με τον εαυτό της, δεν την ενδιέφερε καθόλου το τι έκανε η Παρθένα ή η Τατιάνα. Ίσα-ίσα που θα τις ήθελε και τις δύο μακριά από εκείνη και τον Βεντούζα. Άλλο αν κατέληξαν οι τρεις τους να συνεργάζονται.
     Κατέβηκε τις σκάλες και έστριψε δεξιά. Πού να ήταν το δωμάτιο νούμερο 327, άραγε; Άρχισε να κοιτάει τις πόρτες των δωματίων: 302, 303, 307, 312, 320, 324…  Κόντευε να φτάσει, όταν η πόρτα του δωματίου 327 άνοιξε. Μια νοσοκόμα βγήκε από μέσα και άρχισε να απομακρύνεται με γρήγορο βήμα. Μια νοσοκόμα με μαλλιά ξανθά, τόσο ξανθά που έμοιαζαν άσπρα.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

48. Με τη δύναμη της βαρύτητας



Το τηλέφωνο χτύπησε εφτά φορές. Τόσες χρειάστηκαν μέχρι να το ακούσει η Τατιάνα, που είχε βάλει μουσική και έκανε την πρωινή της γυμναστική.
-   Έλα, πού είσαι; ακούστηκε ανήσυχη η φωνή της Λιλήθ.
-   Τι συμβαίνει; ρώτησε εκείνη παραξενεμένη, καθώς ήταν η πρώτη φορά που η Λιλήθ της τηλεφωνούσε και δεν συνέβαινε το αντίθετο.
-   Δεν έμαθες τίποτα;
-   Όχι, τι έγινε; Ο Μάριος;
-   Ποιος Μάριος, ο Μάριος είναι εκεί που τον αφήσαμε, δεν έπαθε τίποτα ο Μάριος…
-   Τότε ποιος έπατε;
-   Η Παρθένα…
-   Τι έπαθε;
-   Είναι στο νοσοκομείο, μάλλον δηλητηρίαση…
-   Δηλητηρίαση;
-   Ναι, ξέρεις εσύ τίποτα;
-   Τι να ξέρω εγκώ, εσείς είστε γειτόνισσες, εγώ πώς να ξέρω;
Η Λιλήθ δεν απάντησε.
-   Τι εννοείς; ρώτησε η Τατιάνα, εννοώντας ξαφνικά τι κρυβόταν πίσω από την ερώτηση της Λιλήθ. Θέλεις να πεις ότι εγώ έχω σκέση με τη δηλητηρίαση; Από πού κι ως πού;
-   Δεν ξέρω, ίσως να ήθελες να την βγάλεις από τη μέση για κάποιον λόγο…
-   Για άκουσε να σου πω, εγώ δολοφόνος ντεν είμαι, και να ψάξεις αλλού να ρίξεις ευτύνες…
-   Συγγνώμη, είπε η Λιλήθ μετανιωμένη, δεν ξέρω τι λέω και τι σκέφτομαι, είναι από την ταραχή…
-   Ποτέ σου δεν με εμπιστεύτηκες.
-   Ούτε εσύ εμένα.
-   Είπαμε ότι έκουμε έναν σκοπό…
-   Ναι, έχεις δίκιο, συγγνώμη.
-   Και πώς ντηλητηριάστηκε η Παρθένα;
-   Δεν ξέρω, τώρα θα πάω στο νοσοκομείο, ό,τι ξέρω είναι αυτό που μου είπε η νοσοκόμα στο τηλέφωνο, το τηλέφωνό μου ήταν αποθηκευμένο στο κινητό της. Έλαβαν μία κλήση από εκείνη, μου είπε, εχθές το βράδυ, και μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο στο σπίτι βρισκόταν ήδη σε κωματώδη κατάσταση. Ακόμα δεν ξέρουν αν θα την γλιτώσει, ούτε τι είδους βλάβες έχουν προκληθεί στον οργανισμό της από το δηλητήριο.
-   Σε ποιο νοσοκομείο βρίσκεται;
-   Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι στο ίδιο νοσοκομείο όπου βρίσκεται ο Μάριος.
-   Μη μου πεις ότι είναι και σε διπλανά κρεβάτια…
-   Ε, όχι, αυτό θα παραήταν σύμπτωση. Σε άλλο όροφο βρίσκεται, δωμάτιο 327.
-   Καλά, θα έρτω και εγώ αργότερα.
-   Εντάξει, σε αφήνω τώρα. Πρέπει να πάω τα παιδιά στο σχολείο.
Η Τατιάνα έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε να το κοιτάζει αφηρημένη. Ποιος να ήθελε να δηλητηριάσει την τρίτη της παρέας και γιατί; Μήπως ήταν ατύχημα; Μήπως είχε φάει κάτι στο οποίο ήταν αλλεργική χωρίς να το ξέρει; Μήπως είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει;
Αυτό το τελευταίο δεν της φάνηκε και πολύ πιθανό, αλλά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Η Βαλαωρίτη ήταν γενικά κλειστός άνθρωπος και η Λιλήθ με την Τατιάνα δεν την είχαν ακούσει ποτέ να τους παραπονιέται ανοιχτά για κάτι, με εξαίρεση την αδιαφορία του Βεντούζα, φυσικά. Μήπως ήταν άρρωστη; Μήπως αισθανόταν τύψεις για το παιχνίδι που είχαν παίξει στον Βεντούζα;
Σαν σε όνειρο, άκουσε το κουδούνι της πόρτας.
-   Τι γίνεται σήμερα; αναρωτήθηκε. Τη μια το τηλέφωνο, την άλλη η πόρτα…
-   Καλή σας μέρα, είπε μια νέα κοπέλα με πολύ ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά. Είμαι από τη ΔΕΗ και θα ήθελα να σας ενημερώσω για τη διακοπή ρεύματος που θα έχει η περιοχή σας σήμερα το μεσημέρι, μεταξύ 12 και 2.
-   Μα καλά, από πότε χτυπάτε τα κουδούνια γκια να το πείτε, εγώ ήξερα πως αφήνετε χαρτάκια…
-   Ναι, είπε η κοπέλα, αφήνουμε και χαρτάκια, όμως επειδή είναι ακόμα νωρίς και έχω χρόνο, πήρα την πρωτοβουλία να ενημερώσω τους ενοίκους αυτοπροσώπως.
-   Καλά, ευχαριστώ για την πληροφορία.
Άγριες κραυγές ακούστηκαν ξαφνικά. Η Τατιάνα τινάχτηκε, τρομαγμένη.
-   Καλέ, μην τρομάζετε, το κινητό μου είναι, είπε η κοπέλα χαμογελώντας.
-   Περίεργκος ήχος κλήσης…
-   Λόρντι, είπε η άλλη και ξαναχαμογέλασε. Ναι, είπε στο τηλέφωνο. Α, εσύ; Τι θέλεις; Δεν σου είπα να μην με ξαναενοχλήσεις;
Η Τατιάνα έκανε να κλείσει την πόρτα, αλλά η κοπέλα την κοίταζε μέσα στα μάτια με τέτοιον τρόπο που ντράπηκε, και έτσι έμεινε στη θέση της, δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα.
-   Μωρέ, τι μας λες; Εσύ να φύγεις από τη μέση! Καλά, καθόλου αυτοσεβασμό δεν έχεις; Τι περιμένεις από έναν άντρα που είναι με άλλη; Αλλά έτσι είστε όλες οι πουτάνες, δεν σας κάνουν οι ελεύθεροι, προτιμάτε τους δεσμευμένους!
Η κοπέλα συνέχιζε να κοιτάζει την Τατιάνα μέσα στα μάτια, σαν να απευθυνόταν σε εκείνη.
-   Θα μιλάω όπως θέλω, συνέχισε, το κινητό είναι δικό μου και, αν θυμάμαι καλά, εσύ με κάλεσες! Λοιπόν, σου το λέω για τελευταία φορά, μακριά από τον άντρα μου, αλλιώς θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα!
Έκλεισε θυμωμένη το τηλέφωνο.
-   Συγκνώμη, είπε η Τατιάνα, δεν ήθελα να ακούσω…
-   Δεν πειράζει, είπε εκείνη, είναι μία που γυροφέρνει τον φίλο μου. Τους έκανα τσακωτούς μια φορά, πριν από δύο χρόνια. Εκείνος μου ορκίστηκε ότι ήταν σχέση της μιας βραδιάς και ότι δεν θα την ξανάβλεπε και είπα να του δώσω μια ευκαιρία. Αλλά τους τελευταίους δυο μήνες αυτή η σκρόφα ξαναεμφανίστηκε στη ζωή μας και άρχισε να τον πολιορκεί. Και έχει και το θράσος να μου ζητάει να της τον αφήσω! Το γύναιο!
Η κοπέλα κοίταξε και πάλι την Τατιάνα μέσα στα μάτια.
-   Ειλικρινά, αν με ρωτήσει κανείς τι ποινή πιστεύω πως αξίζει σε όλες αυτές που κλέβουν τους άντρες των άλλων γυναικών, θα έλεγα πίσσα και πούπουλα! Αναχρονιστικό, ίσως, αλλά το μόνο που αρμόζει, δεν νομίζετε;
Η Τατιάνα δεν ήξερε τι να απαντήσει.
-   Τέλος πάντων, είπε η άλλη. Σας αφήνω τώρα, να πάω να ενημερώσω και τα άλλα διαμερίσματα. Καλή σας μέρα.
-   Πάει, τρελλάθηκε ο κόσμος, σκέφτηκε η Τατιάνα.
Έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο. Πλύθηκε, άλλαξε ρούχα, ήπιε και έναν καφέ, και βγήκε στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Η ώρα ήταν 9.15. Το ασανσέρ σαν να την περίμενε. Μπήκε μέσα. Κάποιος είχε πατήσει το κουμπί στον έκτο. Πάτησε το κουμπί του ισογείου. Η πόρτα έκλεισε και το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει.
Πού θα κατέληγαν όλα αυτά; Έμοιαζε σαν να έκανε γύρω-γύρω όλοι. Πάνω που συνερχόταν ο Βεντούζας, να’σου τώρα στο νοσοκομείο η Βαλαωρίτη. Δωμάτιο 327 δεν είχε πει η Λιλήθ;
Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε. Δεν ήταν κανείς. Η πόρτα ξανάκλεισε.
Βέβαια, εδώ που τα λέμε, η Τατιάνα δεν της είχε και καμιά ιδιαίτερη υποχρέωση της Βαλαωρίτη. Απλώς, είχε τύχει να συνεργαστούν…
Ξαφνικά, όλα σκοτείνιασαν. Και η Τατιάνα ένιωσε να πέφτει…

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

47. Tea time



Η Παρθένα Βαλαωρίτη έριξε μια κουταλιά μέλι στο τσάι της και άρχισε να το ανακατεύει αργά-αργά. Αυτός ο πονοκέφαλος των τελευταίων ημερών δεν έλεγε να υποχωρήσει. Σκεφτόταν σοβαρά να μην πάει στη δουλειά την επόμενη μέρα.
Πήγε στο μπάνιο, και άνοιξε το ντουλαπάκι του καθρέφτη, όπου βρίσκονταν τα παυσίπονα. Ο εαυτός της την κοίταζε βαριεστημένα. «Πάλι εσύ;» ήταν σαν να της έλεγε. Άνοιξε ένα κουτί και πήρε αφηρημένα ένα χάπι. Δεν κοίταξε καν αν ήταν το σωστό.
Πήρε το φλιτζάνι με το τσάι και πήγε στο σαλόνι. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έπαιζε μια χαζοεκπομπή. Ο ήχος ήταν χαμηλωμένος. Η Βαλαωρίτη έκλεισε την τηλεόραση και έπιασε το τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού. Με το πάτημα ενός κουμπιού το σιντί άρχισε να παίζει την Ποιμενική συμφωνία του Μπετόβεν. Ήπιε μια γουλιά τσάι, ξάπλωσε στον καναπέ και τράβηξε επάνω της τη λεπτή, πλεκτή κουβέρτα που είχε ειδικά γι’αυτόν τον σκοπό. Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να φαντάζεται ένα γαλήνιο τοπίο στην εξοχή. Όλα ήταν ήρεμα και ωραία. Μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να το αγνοήσει και θα το είχε κάνει, αν δεν χτυπούσε τόσο επίμονα. Μουρμουρίζοντας, έκλεισε το στερεοφωνικό, σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Έβαλε το μάτι της στο ματάκι της πόρτας. Μια σχετικά νέα κοπέλα, κοκκινομάλλα και με φακίδες, φάνηκε παραμορφωμένη μέσα από το ματάκι. Η Βαλαωρίτη άνοιξε την πόρτα.
-   Καλησπέρα, είπε η κοπέλα, που τώρα φάνηκε πιο όμορφη. Είστε η κυρία Παρθένα Βαλαωρίτη;
-   Ναι, απάντησε παραξενεμένη εκείνη, τι θα θέλατε;
-   Θα μπορούσα να περάσω;
Η Βαλαωρίτη ήθελε πάρα πολύ να της το απαγορεύσει, αλλά χωρίς να καταλάβει γιατί, δεν είπε κουβέντα. Αντιθέτως, με μια κίνηση του χεριού της έκανε νόημα στην άγνωστη γυναίκα να περάσει. Εκείνη μπήκε μέσα με αργά βήματα και προχώρησε προς το σαλόνι. Κάθησε στην πολυθρόνα που βρισκόταν στο πλάι του καναπέ και σταύρωσε τα πόδια της.
-   Τσάι πίνετε; είπε. Θα έπινα κι εγώ ένα τσάι.
Η Βαλαωρίτη πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το τσάι που δεν είχε καν προτείνει. Όταν γύρισε στο σαλόνι με τον δίσκο στα χέρια, η άλλη βρισκόταν στην ίδια θέση που την είχε αφήσει.
-   Όμορφο το σπίτι σας, είπε. Οι γονείς σας; ρώτησε δείχνοντας μια μαυρόασπρη φωτογραφία που ήταν κρεμασμένη σε έναν τοίχο.
Η Βαλαωρίτη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-   Μοιάζετε στη μητέρα σας, παρατήρησε η άλλη και ήπιε μια γουλιά τσάι, ζεματίζοντας τα βαμμένα κόκκινα χείλια της και αφήνοντας ένα σημάδι ίδιου χρώματος στην άκρη του φλιτζανιού.
-   Τι θα θέλατε; επανέφερε, λίγο άκομψα, την κουβέντα η Βαλαωρίτη εκεί από όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει.
-   Ξέρετε… είμαι η καινούργια σας γειτόνισσα.
-   Καινούργια γειτόνισσα;
-   Ναι, προχθές μετακόμισα, στο διαμέρισμα που βρίσκεται από επάνω.
-   Α, ναι, εσείς είστε που κάνατε τη φασαρία με την μετακόμιση…
-   Ναι, λυπάμαι πολύ γι’αυτό, αλλά όσο και να πεις στους μεταφορείς να προσέχουν, τη φασαρία δεν μπορείς να την γλιτώσεις.
Η Βαλαωρίτη ένιωσε ότι η νέα της γειτόνισσα ήταν η υπεύθυνη για τους πονοκεφάλους της των τελευταίων ημερών. Την κοίταξε ψυχρά. Ώστε είχε το θράσος να την ενοχλήσει και σήμερα, πάνω που προσπαθούσε να χαλαρώσει;
-   Συγγνώμη, ξαναείπε η γειτόνισσα.
-   Δεκτή, έκανε μέσα από τα δόντια της σχεδόν η Βαλαωρίτη.
-   Επειδή, λοιπόν, είμαι νέα στην πολυκατοικία, είπα να γνωρίσω τους νέους μου γείτονες, και να με γνωρίσουν και εκείνοι, εννοείται.
-   Είχαμε μια σκασίλα, σκέφτηκε η Βαλαωρίτη, αλλά απλώς κούνησε το κεφάλι.
-   Εγώ, που λέτε, είμαι λογίστρια και εργάζομαι σε μια πολυεθνική. Φέτος αποφάσισαν να μεταφέρουν τις υπηρεσίες σε άλλη περιοχή που τα ενοίκια είναι φτηνότερα, οπότε αναγκαστικά μετακόμισα και εγώ, για να είμαι πιο κοντά στη δουλειά μου. Ξέρετε, μου αρέσει το περπάτημα και προτιμώ να πηγαίνω στη δουλειά με τα πόδια. Εσείς πού δουλεύετε;
-   Στο Πανεπιστήμιο, μουρμούρισε η Βαλαωρίτη.
-   Δύσκολη δουλειά, χρειάζεται μεγάλη υπομονή με τους φοιτητές.
Σαν να της φάνηκε λίγο συμπαθητικότερη της Βαλαωρίτη η νέα γειτόνισσα.
-   Είστε παντρεμένη; ρώτησε.
-    Όχι, δηλαδή… υπάρχει ένας τύπος, ένας συνάδελφος στη δουλειά, αλλά, αφήστε τα, τρία χρόνια τον πολιορκώ και αυτός δεν μου δίνει σημασία. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Έχω φτάσει σε σημείο να τον φλερτάρω απροκάλυπτα και εκείνος κάνει ότι δεν καταλαβαίνει.
Η Βαλαωρίτη άρχισε να νιώθει πραγματική συμπάθεια για τη συνομιλήτριά της. Κάτι της θύμιζε αυτή η κατάσταση…
-   Βέβαια, συνέχισε η άλλη, θα μου πείτε ότι υπάρχει και άλλη μία γυναίκα που τον διεκδικεί. Αλλά τι παραπάνω έχει εκείνη από εμένα, μια απλή ταξιθέτρια είναι, τι κι αν δουλεύει στο Μέγαρο Μουσικής;
Η Βαλαωρίτη συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι.
-   Τώρα που το σκέφτομαι, συνέχισε η άλλη, πολύ φοβάμαι μήπως εκείνος είναι ακόμα κολλημένος με την πρώην του, αλλά είναι τόσα χρόνια που έχουν χωρίσει… Την βλέπει, βέβαια, καμιά φορά, αλλά δεν νομίζω… Εξάλλου, εκείνη είναι παντρεμένη τώρα.
Η Βαλαωρίτη ένιωσε να συμπάσχει με την επισκέπτριά της. Και πόσα πολλά κοινά είχαν! Η γειτόνισσα έφερε άλλη μια φορά το φλιτζάνι στα χείλια της.
-   Μήπως θα μπορούσατε να βάλετε λίγο μέλι στο τσάι μου; ρώτησε.
-   Ασφαλώς, είπε η Βαλαωρίτη και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα.
Ο πονοκέφαλός της είχε αρχίσει να υποχωρεί, μάλλον από το παυσίπονο. Αυτή η καινούργια γειτόνισσα, λοιπόν, φαινόταν μια χαρά άνθρωπος. Και από ό,τι της είχε πει, η Βαλαωρίτη ένιωσε ότι μόνο εκείνη θα μπορούσε να καταλάβει το προσωπικό της δράμα. Επέστρεψε με το τσάι στο σαλόνι έτοιμη να ανοίξει την καρδιά της.
-   Εντάξει το τσάι τώρα; ρώτησε.
-   Ναι, μια χαρά, ευχαριστώ. Που λέτε, κυρία Βαλαωρίτη, αυτά περνάω, αλλά μερικές φορές αισθάνομαι ένοχη.
-   Ένοχη;
-   Ναι, μερικές φορές ακούω μια φωνή μέσα μου…
-   Μια φωνή;
-   Ναι, μάλλον θα είναι αυτό που λένε «η φωνή της συνειδήσεως». «Βιργινία», μου λέει η φωνή, «δεν ντρέπεσαι να τρέχεις πίσω από αυτόν τον άχρηστο, που δε σου δίνει την παραμικρή σημασία, άσε να τον πάρει η ταξιθέτρια, άσε να τα ξαναβρεί με την πρώην του, κι ας είναι παντρεμένη, εσένα τι σε νοιάζει; Δεν το καταλαβαίνεις ότι όλα είναι μάταια; Παράτα τα, επιτέλους!»
Η γειτόνισσα που την έλεγαν Βιργινία, κοίταξε την Βαλαωρίτη με έναν τρόπο που εκείνη δεν μπορούσε να εξηγήσει.
-   Νομίζω ότι καταχράστηκα τη φιλοξενία σας, είπε ξαφνικά. Η ώρα πέρασε και εσείς θα θέλετε να ξεκουραστείτε.
Η Βαλαωρίτη δεν πρόλαβε να εκφράσει τις αντιρρήσεις της. Η νέα γειτόνισσα που λεγόταν Βιργινία είχε ήδη σηκωθεί από τη θέση της και κατευθυνόταν προς την πόρτα.
-   Χάρηκα που σας γνώρισα, είπε. Καλό σας βράδυ.
-   Καλό βράδυ, πρόλαβε να πει η Βαλαωρίτη προτού η πόρτα κλείσει πίσω από τη Βιργινία. Από το ματάκι της πόρτας την είδε να απομακρύνεται προς το κλιμακοστάσιο.
Η Βαλαωρίτη ξανακάθησε στον καναπέ και έπιασε το φλιτζάνι της. Ήπιε μια γουλιά.
-   Περίεργη γεύση έχει τελικά αυτό το μέλι, είπε.