Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

22. Η συνάντηση με την Τατιάνα, μέρος 2ο


     "Ένα στο όνομά μου και ένα στο όνομα Μαριάννα Παπαδοπούλου;"
     Ο καθηγητής έμεινε για δύο λεπτά αποσβολωμένος να κοιτάζει το σημείωμα ενώ η Τατιάνα, κοιτάζοντας τον με ένα πλατύ χαμόγελο, του είπε αργά και κάπως κοροϊδευτικά:
     "Ποια είναι η Μαριάννα Παπαδοπούλου; Και γιατί ήτελες να της βγάλω και εκείνης εισιτήριο για την πτήση;". Στις αλλεπάλληλες αυτές ερωτήσεις ο Βεντούζας δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση. Το μόνο που κατάφερε με δυσκολία να ψελίσει ήταν: Τατιάνα, δεν είναι δικό μου το γράμμα!
     Αρχικά η Τατιάνα φάνηκε να μην ενοχλείται από την αντίδραση του καθηγητή, νομίζοντας ότι τα λόγια του δεν ήταν τίποτα παραπάνω από δείγμα της γενικότερης συστολής που τον διακατείχε σαν άτομο.'
     "Έλα Μάριγιε, σοβαρέψου. Έβγαλα αεροπορικά εισιτήρια και για τους δυο σας. Δεν είναι κακό να μου πεις ποια είναι αυτή η κυρία" τόνισε ενοχλημένη. "Έχουμε να τα πούμε τόσα κρόνια, τα σου έκανα σκηνή ζηλοτυπίας;".
     Καθώς πρόφερε η Τατιάνα αυτές τις λέξεις με τη γνωστή της προφορά, ο Βεντούζας ανακάθισε τρεις φορές στο καθισμά του, ενώ τα χέρια του, που έτρεμαν απο ανησυχία, έριξαν το φλυτζάνι του καφέ και περιέλουσαν την τσάντα της Τατιάνας. Εκείνος έβγαλε ένα μαντήλι και βάλθηκε να καθαρίζει την τσάντα, και εκείνη, αντί να ενοχληθεί, ξέσπασε σε γέλια επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο: "Πάντα αντέξιος, πάντα αντέξιος". Στη συνέχεια πρόσθεσε: "και ντροπαλός. Λοιπόν, άφησε την τσάντα μου και πες μου γκια την κυρία της καρντιάς σου".
     Ο Βεντούζας, αφού είχε πλέον καθαρίσει και το τελευταίο σημάδι καφέ από την τσάντα της Ρωσσίδας φίλης του, επανέλαβε τα λόγια που είχε καταφέρει να ψελίσει λίγο νωρίτερα:"Τατιάνα, δεν είναι δικό μου το γράμμα". Και συνέχισε: "Δεν έγραψα ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε σκέφτηκα να επικοινωνήσω μαζί σου, και ούτε γνώριζα τη Μαριάννα Παπαδοπούλου, προτού δια της βίας μου αποσπάσει ένα παρόμοιο γράμμα λίγες μέρες πριν". Η Τατιάνα με δυσκολία μπόρεσε να επεξεργαστεί τον καταιγισμό των σοκαριστικών πληροφοριών που μόλις είχαν βγει δια στόματος Βεντούζα. Ρουφώντας άλλη μια γουλιά από τον δικό της καφέ, και σουφρώνοντας τα φρύδια συλλογισμένη, του έθεσε ένα ερώτημα: "δεν ξέρεις τη Μαριάννα Παπαδοπούλου; ε τότε, αυτά τα αεροπορικά εισιτήρια είναι ο καλύτερος τρόπος γκια να τη γνωρίσεις. Πρέπει να πας επειγκόντως στο αεροδρόμιο, και εκείνη τα τέλει να σε συναντήσει. Ντεν πειράζει που δεν έγραψες  εσύ το γράμμα, το σίγουρο είναι πως γκια κάποιο λόγο πρέπει να ταξιδέψετε και οι ντυο εκεί."
     "Ίσως έχεις δίκιο" αποκρίθηκε ο καθηγητής. Ωστόσο, η σχετικά ψύχραιμη αντίδραση της Τατιάνας μπροστά σε όσα της είχε αποκαλύψει τον εξέπληξε. Επίσης, η προτροπή της να συναντήσει τη Μαριάννα Παπαδοπούλου ήταν εξίσου ύποπτη.Επιπλέον,αν τα είχε γράψει η Μαριάννα Παπαδοπούλου, Ελληνίδα ούσα, γιατί να είναι το γράμμα τόσο ανορθόγραφο; Μήπως τελικά η Τατιάνα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά συνεργάτιδα της διαβολικής εκείνης γυναίκας; Η Τατιάνα, πάντως, κοιτούσε το συννεφιασμένο του πρόσωπο με περισσή απάθεια. Μετά, μισοαστεία μισοσοβαρά, τον ξαναρώτησε με ύφος όλο περιέργεια: "Τελικά τα πας στη Φινλανδία;"
     Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του καθηγητή. Ακούστηκε η ταραγμένη φωνή της κυρίας Αντιγόνης, γεμάτη τρέμουλο, που του ανήγγειλε μια φοβερή είδηση:
     "Κύριε καθηγητά, κύριε καθηγητά. Ο φίλος σας ο Περικλής, είναι στο νοσοκομείο. Δέχθηκε επίθεση στο σπίτι του και χαροπαλεύει στην εντατική. Τρέξτε" και ξέσπασε σε αναφιλητά.
     Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Βεντούζας έβαλε το παλτό του και βιαστικά είπε στην Τατιάνα: "ο Περικλής είναι στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατος, πρέπει επειγόντως να πεταχτώ. Χάρηκα που τα είπαμε, Τατιάνα μου, αλλά δεν μπορώ να καθήσω με σταυρωμένα τα χέρια".
     "Έρχομαι και γω" είπε γεμάτη ενδιαφέρον η Ρωσσίδα φίλη του καθηγητή. "Άλλωστε, αφού τον δεις, πρεπει να συνεχίσουμε την κουβέντα μας"!
     Παρά την ταραχή του, ο Βεντούζας δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει το ανεξήγητο ενδιαφέρον της Τατιάνας τόσο για το θέμα του Περικλή όσο και για το υποτιθέμενο ταξίδι του στη Φινλανδία. "Έλα λοιπόν μαζί μου" της είπε εκείνος επιταχύνοντας το βήμα του!

21. Συνάντηση με την Τατιάνα

     Ο Βεντούζας ακούμπησε το ακουστικό στη βάση του πιο μπερδεμένος από ποτέ. Πριν από λίγες ώρες (αν είχαν περάσει και ώρες δηλαδή, πλέον ούτε γι' αυτό δεν ήταν σίγουρος) είχε θυμηθεί την Τατιάνα και εκείνη μόλις τον πήρε τηλέφωνο. Μετά από τόσα χρόνια που είχαν να μιλήσουν, μετά από τόσον καιρό που είχε να τη σκεφτεί, μόλις την ονειρεύτηκε εκείνη επικοινώνησε μαζί του. Ο καθηγητής ποτέ δεν πίστευε στα μεταφυσικά φαινόμενα και στις τηλεπαθητικές ικανότητες και τέλος πάντων όλες εκείνες τις βλακείες τις οποίες άκουγε η αδερφή του στις μεσημεριανές εκπομπές και τον ζάλιζε μετά. Παρόλα αυτά, για μια στιγμή κλονίστηκε. Αμέσως μετά βέβαια συνήλθε και άρχισε να σκέφτεται τα πράγματα λογικά. Τι είχε πει η Τατιάνα; Ότι αυτός της ζήτησε να συναντηθούν; Πώς είναι δυνατόν; Να είχε λάβει και αυτή κάποιο γράμμα, δήθεν από τον ίδιο; Ναι, αυτό το ενδεχόμενο του φαινόταν πολύ πιθανό. Ένα γράμμα, στο οποίο της ζητούσε να συναντηθούν και να του εκδώσει κάποια αεροπορικά εισιτήρια... "Αεροπορικός"... Έφερε την εικόνα του φακέλου στο μυαλό του για άλλη μια φορά. Δεν θα έπρεπε όμως να την είχε παραξενέψει το γεγονός ότι επικοινώνησε μαζί της μετά από τόσον καιρό και μάλιστα για να της ζητήσει μια χάρη; Σίγουρα την παραξένεψε, απάντησε στον εαυτό του, αφού μάλιστα έφτασε στο σημείο να τηλεφωνήσει στον Περικλή και να τον ρωτήσει για εκείνον. Κακώς δεν ζήτησε από τον φίλο του να του μεταφέρει ακριβώς την συζήτηση που έκαναν, αλλά ήταν τόσο αιφνιδιασμένος εκείνη τη στιγμή που δεν του πέρασε καν από το μυαλό η ιδέα. Όπως και να 'χει τώρα, από τη στιγμή που θα έβλεπε την Τατιάνα θα φρόντιζε να πάρει τις απαντήσεις που χρειαζόταν. Θα την έβλεπε είναι μια κουβέντα βέβαια γιατί, όπως συνειδητοποίησε, ενώ η Τατιάνα ήξερε τον τόπο συνάντησης, εκείνος δεν είχε ιδέα ούτε για το πού, ούτε για το πότε. Στις 6, αλλά πού και ποια μέρα; Τώρα ήταν βράδυ, κόντευε 10. Να ήταν το ραντεβού τους για την επόμενη ή τη μεθεπόμενη; Έπρεπε να την ξανακαλέσει για να μάθει. Αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα να μην της πει από τηλεφώνου ότι δεν ήξερε τίποτα για την συνάντηση τους, για να μην την εκνευρίσει (ή να μην την τρομάξει) και αρνηθεί να έρθει τελικά. Σήκωσε το ακουστικό. Έψαξε την τελευταία εισερχόμενη κλήση και, άθελά του, χαμογέλασε. Η Τατιάνα δεν είχε αλλάξει νούμερο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήξερε γιατί, αλλά αυτή η διαπίστωση τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Είχε κάτι το... παρηγορητικό, μέσα σε όλον αυτό το χαμό των τελευταίων ημερών.
     Στο τέταρτο χτύπημα άκουσε τη φωνή της.
     - Παρακαλώ;
     - Εγώ είμαι πάλι Τατιάνα, ο Μάριος.
     - Μάριγε; Ξέχασες κάτι;
     Ο Βεντούζας δίστασε. Τι λένε τώρα; Πώς να της αποσπάσει τον τόπο και τον χρόνο της συνάντησης χωρίς να της πει ότι δεν την ζήτησε εκείνος;
     - Εεεε...
     - Συνέβη κάτι; Μήπως τέλεις να το αναβάλουμε;
     "Να μου ζήσεις Τατιάνα μου", σκέφτηκε ο καθηγητής, αρχίζοντας να σχηματίζει μια στρατηγική στο μυαλό του.
     - Ε, ναι, κοίτα, πριν λίγο θυμήθηκα ότι περιμένω έναν φοιτητή στο γραφείο μου για να μιλήσουμε για την διπλωματική του.
     Αλήθεια, θυμήθηκε εκείνον τον νεαρό με τα γυαλιά που ήρθε στο γραφείο του την ημέρα που έτρεξε να προλάβει την κυρία Αντιγόνη πριν πετάξει τα χαρτάκια. Πότε του είχε πει να ξαναπεράσει; Την Τρίτη; Δηλαδή χτες; Και όμως, εκείνος δεν ξαναπέρασε. Τέλος πάντων, είχε πιο επείγοντα θέματα να ασχοληθεί τώρα.
     - Αχ, βρε Μάριγε, μεγκάλωσες και ξεχνάς; είπε εκείνη γελώντας ανάλαφρα.
     Το γέλιο της του ζέστανε την καρδιά, όπως και τότε. Επίσης, τον διασκέδαζε η προφορά της, που όντως, δεν ήταν έντονη, αλλά θυμήθηκε ότι είχε την τάση να ξεπετάγεται που και που σε κάποιες λέξεις.
     - Κάπως έτσι, είπε γελώντας κι εκείνος. Έλεγα λοιπόν, αν μπορούσες κι εσύ, να συναντηθούμε αύριο το μεσημέρι, κατά τις 2.
     Εκείνη το σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει.
     - Ναι, μπορώ, αλλά όχι γκια πολλή ώρα. Στο ίδιο μέρος;
     Ωχ, τελικά δεν θα τη γλύτωνε τόσο εύκολα...
     - Ε, έλεγα, μια που θα είναι ώρα για φαγητό να πάμε σε εκείνο το ωραίο ταβερνάκι που πηγαίναμε τότε. Θυμάσαι πού είναι, έτσι; τη ρώτησε, αποφεύγοντας να απαντήσει "ναι" ή "όχι" στο αν το μέρος ήταν το ίδιο.
     - Μα και βέβαια. Εντάξει, λοιπόν. Αύριγιο, στις 2, στο ίδιο μέρος.
     Το χέρι του Βεντούζα πάγωσε στο ακουστικό. Όποιος είχε επικοινωνήσει με την Τατιάνα δεν ήξερε μόνο για τη σχέση της μαζί του, αλλά ήξερε και πού πήγαιναν για φαγητό πριν από τόσα χρόνια, κάτι το οποίο ήταν σίγουρος ότι δεν είχε αναφέρει ούτε καν στον Περικλή. Αποφάσισε να ρισκάρει με την επόμενη ερώτηση:
     - Αλήθεια, Τατιάνα... μήπως σου είναι εύκολο να φέρεις μαζί με τα εισιτήρια και το γράμμα;
     Τα δευτερόλεπτα που έκανε να απαντήσει η Τατιάνα φάνηκαν ώρες στον Βεντούζα, ο οποίος είχε αρχίσει να ιδρώνει.
     - Εντάξει, αφού το τέλεις, θα το φέρω. Τα λέμε αύριο. Γεια σου Μάριγε.
     - Καλό βράδυ.
     Ο καθηγητής έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα δίπλα στο τραπεζάκι του τηλεφώνου. Δεν είχε κάνει λάθος. Η Τατιάνα είχε λάβει και αυτή μία επιστολή, δήθεν από τον ίδιο. Η υπόθεση γινόταν όλο και πιο περίπλοκη. Η λογική και σχετικά ανώδυνη εξήγηση που είχε δώσει στον εαυτό του λίγο αφότου είχε κυνηγήσει την "Παπαδοπούλου", ότι δηλαδή όλα αυτά ήταν φάρσα ενός ή περισσότερων φοιτητών του φάνταζε τώρα σχεδόν απίθανη. Κάτι σοβαρότερο συνέβαινε.
Πήγε να ξαπλώσει και προσπάθησε να ηρεμήσει μέχρι την αυριανή συνάντηση. Τελικά κατάφερε να τον πάρει ο ύπνος περίπου δύο ώρες πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Ντύθηκε (με λίγη περισσότερη προσοχή από ό,τι συνήθως, έπρεπε να το παραδεχτεί), πήγε στη δουλειά του και φρόντισε να κρατάει το μυαλό του απασχολημένο μέχρι τις 2, διορθώνοντας γραπτά φοιτητών. Ευτυχώς που δεν είχε μάθημα εκείνη την ημέρα γιατί, με όλη αυτή την απίθανη ιστορία από τη μία και την επικείμενη συνάντηση με την Τατιάνα μετά από τόσα χρόνια από την άλλη, ένας Θεός ξέρει τι παράδοση θα έκανε στα παιδιά. Κατά τη μία και μισή σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το ταβερνάκι, που ήταν σχετικά κοντά στο πανεπιστήμιο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το είχε διαλέξει τότε ώστε, όταν τον ειδοποιούσε η Τατιάνα ότι θα βρισκόταν εκτάκτως στην Αθήνα για λίγες ώρες, να μπορεί να πηγαίνει με τα πόδια μέχρι εκεί στο κενό ανάμεσα στα μαθήματά του. Μπήκε μέσα, έψαξε με το βλέμμα του δεξιά αριστερά και κοντοστάθηκε. Η Τατιάνα ήταν ήδη εκεί, ψηλή, ξανθιά, πανέμορφη όπως τότε, αλλά με την ωριμότητα των δέκα χρόνων που είχαν περάσει να της προσθέτει ακόμα περισσότερη γοητεία. Εκείνη γύρισε, τον κοίταξε και σηκώθηκε να τον χαιρετήσει. Το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της του θύμισε ότι είχε καθήσει και την κοίταζε σαν χαζός. Την πλησίασε, αγκαλιάστηκαν και κάθησαν στο τραπέζι. Παρήγγειλαν και μίλησαν για λίγο ανέμελα, λέγοντας ο ένας στον άλλον τα νέα τους. Όταν ήρθε το φαγητό, συνέχισαν να μιλούν σαν δυο καλοί φίλοι που είχαν να ιδωθούν καιρό. Όσο περνούσε η ώρα όμως, ο Βεντούζας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από τον φάκελο που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Κάποια στιγμή, την ώρα που ο σερβιτόρος μάζευε τα πιάτα, δεν άντεξε και την ρώτησε:
     - Αυτά, είπε δείχνοντας τον φάκελο, είναι τα εισιτήρια;
     - Ναι, αυτά είναι, είπε εκείνη και έσπρωξε τον φάκελο προς το μέρος του.
     - Και το γράμμα;
     - Α, ναι, μισό λεπτό.
     Σήκωσε την τσάντα της και έβγαλε από μέσα έναν άλλον φάκελο και του τον έδωσε. Όπως και στην επιστολή που είχε λάβει ο ίδιος, δεν υπήρχε αποστολέας, παρά μόνο το όνομα και η διεύθυνση της Τατιάνας στη θέση του παραλήπτη, γραμμένα με τα ίδια, στρωτά γράμματα που είχε θαυμάσει όταν τα πρωτοδιάβασε. Μόνο που αυτή τη φορά, η πειθαρχία που εξέπεμπε ο γραφικός χαρακτήρας και η υφή του χαρτιού δεν αρκούσαν για να του τραβήξουν την προσοχή από την λέξη που δέσποζε πάνω, στο ίδιο σημείο... "Αεροπορικός"... Άρχισε να διαβάζει το σύντομο κείμενο της επιστολής.
     "Αγαπημένη μου Τατιάνα,
Σίγουρα θα ξαφνιαστείς με το γράμμα μου, άλλωστε έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Ίσως μάλιστα να μην με θυμάσαι καν πια. Πρέπει να σου πω όμως ότι εγώ δεν έπαψα ποτέ να σε σκέφτομαι. Οι μέρες που περάσαμε μαζί ήταν από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου. Ακόμα και τώρα, σε αισθάνομαι σαν έναν πολύ δικό μου άνθρωπο κι ας έχουν χωρίσει προ πολλού οι δρόμοι μας. Γι' αυτό και παίρνω το θάρρος να επικοινωνήσω μαζί σου αυτήν την τόσο περίεργη στιγμή για μένα και να ζητήσω την βοήθειά σου. 
Ξέρεις, Τατιάνα, τον τελευταίο καιρό μου έχουν συμβεί πολλά πράγματα που με έκαναν να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα πορεία μου. Είναι καιρός να κάνω κάποιες αλλαγές στη ζωή μου και μία από αυτές είναι ο τόπος διαμονής μου. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μια νέα αρχή στην Φινλανδία, όπου δέχτηκα μια θέση στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Όπως ξέρεις εγώ, σε αντίθεση με σένα, δεν έχω ζήσει ποτέ στο εξωτερικό, με μοναδική εξαίρεση την σύντομη παραμονή μου στο Λονδίνο. Εσύ όμως, έχεις γυρίσει όλο τον κόσμο και απ' ό,τι θυμάμαι έχεις ζήσει και στο Ελσίνκι. Θα ήθελα λοιπόν, αν δεν έχεις αντίρρηση, να συναντηθούμε κάποια στιγμή ώστε να μου μιλήσεις λίγο για αυτήν την πόλη και να μου δώσεις κάποιες συμβουλές. Τι θα έλεγες για την Πέμπτη στις 6 το απόγευμα; Στο ίδιο ταβερνάκι που πηγαίναμε κάποτε;
Αιώνια δικός σου,
Μάριος Βεντούζας.
Υ.Γ. Με κίνδυνο να καταχραστώ την καλοσύνη σου, θα μπορούσα να σου ζητήσω να μου εκδώσεις δύο αεροπορικά εισιτήρια από Αθήνα για Ελσίνκι για την 1η του μήνα; Ένα στο όνομα μου και ένα στο όνομα Μαριάννα Παπαδοπούλου;"
     Ο καθηγητής κόντεψε να πέσει από την καρέκλα του όταν διάβασε το όνομα στο τέλος. Άπλωσε το χέρι του στον φάκελο με τα εισιτήρια και τον άνοιξε για να τα δει. Το όνομα "Μαριάννα Παπαδοπούλου" ήταν εκεί, τυπωμένο με σκούρα, απειλητικά γράμματα του λατινικού αλφαβήτου... 

20. Ένα έκτακτο περιστατικό



-          Πού να βρεθούμε; Και για ποια εισιτήρια μιλάς; κατάφερε να ρωτήσει.
Από την άλλη πλευρά της γραμμής ακούστηκε το γέλιο της. Ναι, ήταν η Τατιάνα, δε χωρούσε αμφιβολία.
-   Εσύ με ρωτάς; Αφού εσύ το πρότεινες το μέρος, του είπε. Και τα εισιτήρια είναι αυτά που μου είπες να βγάλω. Μάριγε, είσαι εκεί;
Κάποιος μου παίζει κάποιο παιχνίδι, σκέφτηκε. Με την Τατιάνα είχε να μιλήσει πάνω από δέκα χρόνια. Πότε της είχε προτείνει συνάντηση; Και πότε της είχε ζητήσει να βγάλει εισιτήρια; Και για πού;
-   Μάριγε, ξανακούστηκε η φωνή της Τατιάνας, είσαι καλά; Μάριγε… Ααααααα!!!
Ο καθηγητής σαν να ξύπνησε από κάποιο όνειρο. Τι τσιρίδα ήταν αυτή; Από το μυαλό του πέρασαν σε κλάσματα δευτερολέπτου μια σειρά εικόνες: η Τατιάνα με το κίτρινο φόρεμα στο πάρκο, το χαρτάκι με τον αριθμό 2, ο Περικλής, οι γλάστρες με τον αριθμό 8, η Μαριάννα Παπαδοπούλου με το περίστροφο στα χέρια, η Μαριάννα Παπαδοπούλου να τον κοιτάει από το αυτοκίνητο, η Λιλήθ με το σίδερο στο χέρι, η Παρθένα Βαλαωρίτη… Ανατρίχιασε.
-   Τατιάνα! φώναξε στο ακουστικό, αλλά δεν πήρε απάντηση. Στο βάθος ακουγόταν φασαρία, σαν έπιπλα που σέρνονταν, πράγματα που έπεφταν, και πού και πού ακουγόταν και μια τσιρίδα, της Τατιάνας, προφανώς.
Προσπαθούν να την απαγάγουν, σκέφτηκε έντρομος. Να δεις που η Μαριάννα Παπαδοπούλου, ή όπως αλλιώς τη λένε, ανήκει σε εγκληματική οργάνωση. Να δεις που θέλουν να απαγάγουν την καημένη την Τατιάνα για να με αναγκάσουν να τους δώσω τα χαρτάκια με τα ολογράμματα. Καημένη Τατιάνα! Αλλά η Τατιάνα είναι δυνατή, παλεύει, άκου, κι άλλος κρότος, κάποια καρέκλα θα έσπασε, αντιστάσου, Τατιάνα, πώς γίνεται να πετάξω, να βρεθώ δίπλα σου – αλλά εδώ που τα λέμε, τι μπορώ να σου προσφέρω, ποτέ δεν ήμουν καλός στη γυμναστική, αν πεις στην ιστορία, ναι, αλλά στη γυμναστική, όχι – βάστα, Τατιάνα, αχ, Τατιάνα…
-   Τατιάνα! ξαναφώναξε.
Ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε και ύστερα ησυχία. Την χτύπησαν και την άφησαν αναίσθητη, σκέφτηκε και ένιωσε απελπισία. Πού θα την πήγαιναν τώρα; Ηρέμησε, Μάριε, αν την απήγαγαν για να ζητήσουν τα χαρτάκια, θα επικοινωνήσουν μαζί σου. Δεν θα την σκοτώσουν, την χρειάζονται ζωντανή. Να κλείσω το τηλέφωνο, ναι, να κλείσω το τηλέφωνο, κάποιος θα πάρει σε λίγο να ζητήσει τα χαρτάκια.
-   Έλα, Μάριγε, ακούστηκε η φωνή της Τατιάνας ξανά, πάνω που ετοιμαζόταν να το κλείσει.
-    Τατιάνα, εσύ;
-   Ναι, ποιον άλλον περίμενες; Είσαι καλά; ρώτησε ανήσυχη.
Δόξα τω Θεώ, το είχε σκάσει!
-   Πόσο ανησύχησα! της είπε χαρούμενος.
-   Για ποιο πράγμα; ρώτησε αυτή.
-   Μα, για πριν… Ήταν πολλοί;
-   Ποιοι; Για ποιο «πριν» ρωτάς;
-   Δεν προσπάθησαν να σε απαγάγουν;
-   Πότε;
Κάποιος τον δούλευε ψιλό γαζί.
-   Τώρα, πριν από λίγο. Δεν προσπάθησαν κάποιοι να σε απαγάγουν;
-   Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Αλλά ανησυχώ για εσένα…
-   Μα, αφού τσίριξες!
-   Α, για την κατσαρίδα, μιλάς; Τσίριξα, ναι, αλλά έπρεπε να τη δεις: σαν πούρο Αβάνας ήταν. Δεν έχω δει μεγαλύτερη στη ζωή μου. Δεν είχα δει, δηλαδή. Την σκότωσα, πάντως, μην ανησυχείς. Μάριγε, με ακούς;
-   Ναι, είπε και ένιωσε ότι δεν μπορούσε να ξαναμιλήσει στη ζωή του.
-   Τι είναι αυτό το κακό που έχεις, είναι σα να μιλάω μόνη μου. Λοιπόν, εγώ απλώς πήρα να σου πω ότι το ραντεβού μας ισχύει και ότι έχω και τα εισιτήρια που ζήτησες. Οπότε, θα τα πούμε στις 6.
-  
-   Στις 6, Μάριγε, ακούς;
-   … ναι.
-   Μην αργήσεις. Σ’αφήνω τώρα, πρέπει να συγυρίσω. Χάλια το έκανα το σπίτι κυνηγώντας την κατσαρίδα.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

19. Η παράξενη συνομιλία με την Τατιάνα

   -Ντεν έχω πολύ χρόνο, του είπε εκείνη κοφτά με την παράξενη προφορά στην οποία δεν είχε δώσει αρχικά ιδιαίτερη σημασία. Άκου, κύριε καθηγητά, τα πράγκματα είναι σοβαρά, πρέπει να φύγκεις αύριο κιόλας στο εξωτερικό. Παραήταν περίεργο όλο αυτό, ο Βεντούζας άρχισε να εκνευρίζεται.
   -Ποια είστε και γιατί προσποιείστε πως είστε η Τατιάνα, αφού δεν είστε, κι αυτή η γελοία προφορά, τι είναι όλο αυτό, καμιά ανόητη φάρσα; Ο καθηγητής άρχισε να ξεκουμπώνει το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του, ένιωθε τον λαιμό του πρησμένο, είχε ανεβάσει σίγουρα πυρετό, ενώ ένα ποταμάκι ιδρώτα γλιστρούσε από την κορυφή του κεφαλιού ως χαμηλά στους κροτάφους του. Κάθισε στην καρέκλα του γραφείου του, σωριάστηκε για την ακρίβεια, περιμένοντας μια εύλογη απάντηση απ’ την άλλη μεριά του τηλεφώνου που θα έδινε ένα τέλος σε όλη αυτή τη γελοιότητα. Εμπρός, με ακούτε, είναι κανείς εκεί; ήταν φανερή η αγωνία του Βεντούζα, αλλά δεν έλαβε καμιά απάντηση.
   Έκλεισε το τηλέφωνο, δεν πήρε όμως το χέρι του από το ακουστικό, κάτι του έλεγε πως το μυστήριο πρόσωπο θα του ξανατηλεφωνούσε. Όπερ κι εγένετο. Θα μου πείτε επιτέλους τι συμβαίνει και ποια είστε; Εγώ είμαι Μάριε, ο Περικλής, τι έπαθες; Τα παράξενα παιχνίδια της σημερινής μέρας είχαν βάλει σκοπό να τον αποτρελάνουν. Και αυτός δεν είχε καμιά διάθεση για άλλα παιχνίδια, είχε πια κουραστεί. Με ακούς, τι συμβαίνει, Μάριε, ανησυχώ, εντάξει είμαι Περικλή, είχα μια δύσκολη μέρα αυτό είναι όλο, άκουσέ με, τον διέκοψε εκείνος, δεν θα το πιστέψεις ποια με πήρε πριν λίγο τηλέφωνο και με ρωτούσε για σένα, ποια η Τατιάνα, του λέω εγώ, ναι πώς το ξέρεις, επικοινώνησε μαζί σου; Ο Βεντούζας ένιωσε ένα δεύτερο κύμα δυνανεξίας έτοιμο να σκάσει. Άκου, Περικλή, δεν έχω χρόνο τώρα, θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά, θα σε πάρω εγώ, είπε κι ελευθέρωσε το χέρι του από το ακουστικό, έκλεισε τα μάτια του και έγειρε το κεφάλι του πίσω στην καρέκλα.
   Ήταν σίγουρος πως είχε πράξει σωστά. Κάτι του έλεγε πως έπρεπε να δείξει λίγη υπομονή και πως το πρόσωπο που προσποιούνταν πως ήταν η Τατιάνα θα του τηλεφωνούσε και πάλι. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Βεντούζας δε βιάστηκε να απαντήσει. 
   -Μάριγιε, εγώ είμαι, κάτι συνέβη στην τηλεφωνική γραμμή, δεν μπορούσα να σε ακούσω, Μάριγιε με ακούς; Αυτή την φορά ο καθηγητής, θυμήθηκε το ηχόχρωμα της φωνής της Τατιάνας, μα φυσικά, ήταν η Τατιάνα, πώς ξεγελάστηκε, αλλά προς τι τούτη η γελοία προφορά, τι συμβαίνει επιτέλους Τατιάνα; Αυτό το ερώτημα αντήχησε στα αυτιά του, καθώς πρόσμενε μια οριστική απάντηση από την άλλη γραμμή, αλλά εκείνη του απάντησε σε μια άλλη ερώτηση που εκείνος δεν έκανε ποτέ: 
   -Ναι, θα ήταν ωραία να βρεθούμε εκεί, να τα πούμε ήσυχα. Θα έχω μαζί μου και τα αεροπορικά εισιτήρια.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

18. Φωνή από το παρελθόν

     Κακά τα ψέματα, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο καθηγητής κλειδωνόταν έξω από το σπίτι. Όντας πλήρως αφοσιωμένος στο επιστημονικό του έργο, αλλά και τραγικά αφηρημένος εκ φύσεως, ο Βεντούζας είχε πολλές φορές κλειστεί απέξω μετά τις βραδυνές διαλέξεις στο πανεπιστήμιο ή αφού είχε συμμετάσχει σε κάποιο πληκτικό επιστημονικό συνέδριο. Ωστόσο, αυτή τη φορά το γεγονός ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά του δεν ήταν προϊόν αφηρημάδας αλλά αντανακλαστικών. Είχε ξαναδεί την απειλητική Μαριάννα Παπαδοπούλου στη γειτονιά του και δεν μπορούσε να αφήσει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Έδρασε λοιπόν ενστικτωδώς, αφού είχε τόσο αιφνιδιαστεί από την επανεμφάνισή της διαβολικής εκείνης γυναίκας.
     Όπως και τις άλλες φορές, έτσι και τώρα, η άμεση λύση ήταν να φωνάξει δυνατά το όνομα της Αγγελικούλας, της  δεκαεπτάχρονης κόρης της διαχειρίστριας,που ήταν πάντα πρόθυμη να αφήσει  το διάβασμά της για να κατέβει και να του ανοίξει οποτεδήποτε παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη. Άλλωστε, παρότι ήταν τρισχαριτωμένη και γελαστή, η Αγγελικούλα δεν φημιζόταν για την ακαδημαϊκή της επίδοση και με μεγάλη χαρά θα εγκατέλειπε την ανάγνωση των μαθηματικών ή των αρχαίων για οποιαδήποτε αγγαρεία που θα παρουσιαζόταν.
     "Αγγελικούλα, Αγγελικούλα" φώναξε απεγνωσμένα ο καθηγητής και το κεφάλι του κοριτσιού ξεπρόβαλε από το μπαλκόνι. "Τι είναι κύριε καθηγητά; Πάλι ξεχάσατε τα κλειδιά σας; Κατεβαίνω" του φώναξε εκείνη ξεσπώντας σε ένα κακαριστό γέλιο που έκανε τον καθηγητή να γίνει κατακόκκινος από ντροπή. Ευτυχώς που η μικρή δεν είναι τόσο περίεργη και ειρωνική σαν την μητέρα της, την κυρα-Χαρίκλεια που σου κάνει ακτινογραφία όποτε τυχαίνει να πέσει το βλέμμα της πάνω σου!
     Αμέσως το κορίτσι του άνοιξε κοιτώντας τον λίγο κοροϊδευτικά, και εκείνος, ορμώντας να πιάσει το ακουστικό του τηλεφώνου που δεν είχε σταματήσει τόση ώρα να χτυπάει, βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα της κοπέλας που παρέμεινε απέξω με την αρμαθιά κλειδιά της πολυκατοικίας ανα χείρας. "Σε ευχαριστώ Αγγελικούλα" ούρλιαξε ο καθηγητής, για να εξιλεωθεί για την απότομη συμπεριφορά του, και με ταραχή έπιασε το ακουστικό.
     "Έλα ρε Περικλή,είχα κλειστεί απέξω" είπε λαχανιασμένος ο Βεντούζας περιμένοντας να ακούσει τη φωνή του επιστήθιου φίλου του και αναμένοντας τα καυστικά του σχόλια.
"Ντεν είμαι ο Περικλής, Μάριγιε, είμαι η Τατιάνα"ακούστηκε στο τηλέφωνο η γνώριμη φωνή της παλιάς του αγάπης. Η καρδιά του Βεντούζα πετάρισε και λίγο έλειψε να του πέσει το ακουστικό από το χέρι. "Τατιάνα, εσύ" αναφώνησε γεμάτος έκπληξη.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

17. Μια "τυχαία" συνάντηση

     Όρμησε στην πόρτα και βγήκε έξω. Ήθελε να της φωνάξει, αλλά πώς να την αποκαλέσει; Το "κυρία Παπαδοπούλου" του φάνηκε γελοίο. Άρχισε να τρέχει προς το μέρος της ξεχνώντας να κοιτάξει δεξιά αριστερά, με αποτέλεσμα να γλυτώσει παρά τρίχα την σύγκρουση με ένα διερχόμενο αυτοκίνητο.
     - Είσαι πολύ μ... , ακούστηκε η φωνή του οδηγού, αλλά ο Βεντούζας ούτε που το πρόσεξε.
     Η γυναίκα όμως, που είχε φτάσει στην γωνία του δρόμου, άκουσε και την φωνή και το τρίξιμο των φρένων λίγο πριν και γύρισε. Είδε τον καθηγητή να έρχεται προς το μέρος της και κοντοστάθηκε. Δεν φάνηκε έκπληκτη, ούτε και ανήσυχη. Αντιθέτως, τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα απόλυτα ήρεμη και μετά έστριψε στην γωνία.
     - Περίμενε, της φώναξε ο Βεντούζας.
     Έτρεξε πιο γρήγορα και, λαχανιάζοντας πια, έστριψε και εκείνος. Την είδε να μπαίνει σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, από τη μεριά του συνοδηγού. Την ώρα που έκλεινε την πόρτα του φάνηκε πως... Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία βρισκόταν ο ίδιος. Εκείνη έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και τον κοίταξε. Μα ναι, είχε δίκιο! Η "Παπαδοπούλου" του χαμογελούσε. Δεν ήταν ένα ευχάριστο χαμόγελο, ούτε και χαιρέκακο. Θα το χαρακτήριζε μάλλον... περιπαικτικό.Έτρεξε για λίγο ακόμα για να προλάβει να δει τις πινακίδες του αυτοκινήτου. ΙΗΒ 1058.
     Όταν ξαναβρήκε την ανάσα του ξεκίνησε για το σπίτι, πιο μπερδεμένος από ποτέ. Η "Παπαδοπούλου" ήταν εκεί, στη γειτονιά του. Να βρέθηκε εκεί τυχαία; Δεν μπορεί, αφού δεν έδειξε καμία έκπληξη που τον είδε. Ήξερε ότι έμενε εκεί. Πώς όμως το ήξερε; Θυμήθηκε το σχόλιο του Περικλή, σχετικά με το πόσο εύκολο θα ήταν για κάποιον να τον παρακολουθήσει και να την βρει. Ώστε λοιπόν αυτή η γυναίκα τον παρακολουθούσε; Παρόλο που φαινόταν πολύ πιθανή αυτή η περίπτωση, ξαφνικά δεν αισθανόταν φόβο. Ίσως να έφταιγε η έκφρασή της όταν τον κοίταζε, αλλά η συμπεριφορά της δεν του φαινόταν πια απειλητική. Το μόνο που αισθανόταν πλέον, εκτός από την περιέργειά του που μεγάλωνε κάθε λεπτό, ήταν θυμός. Ναι, πλέον ήταν θυμωμένος. Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά ήταν πια σχεδόν σίγουρος ότι κάποιος ή κάποιοι διασκέδαζαν εις βάρος του. Ποιοι; Η Λιλήθ; Μάλλον ενοχλημένη έδειξε που τον ξανασυνάντησε μετά από τόσα χρόνια κι ας του δήλωσε στο τέλος ότι τελικά "χάρηκε που τον είδε". Η Τατιάνα; Παρόλο που δεν θα το παραδεχόταν στον Περικλή, συμφωνούσε μαζί του. Μια νέα και τόσο ωραία γυναίκα σιγά να μην θυμόταν πια την σύντομη ιστορία που είχε με έναν βαρετό τύπο σαν κι αυτόν. Άλλωστε, εκείνη είχε δώσει τέλος στη σχέση τους. Τι περίεργο όμως που τη θυμήθηκε στο όνειρό του! Και το ακόμα πιο περίεργο ήταν ότι την ονειρεύτηκε να αναφέρεται σε θεούς της σκανδιναβικής μυθολογίας, ένα θέμα για το οποίο η Τατιάνα δεν θα έδειχνε ποτέ ενδιαφέρον. Ακόμα θυμόταν τα πειράγματά της όταν εκείνος, παρασυρμένος από την αγάπη του για την ιστορία και την μυθολογία, άρχιζε από μια απλή παρατήρηση και κατέληγε να της κάνει διάλεξη. Ήταν να απορεί κανείς τι του βρήκε αυτή η γυναίκα. Η ίδια ήταν πάντα τόσο ξέγνοιαστη, τόσο περιπετειώδης, πράγμα που φαινόταν και από το επάγγελμα που είχε επιλέξει... Ο Βεντούζας πάγωσε στη θέση του. Η Τατιάνα ήταν αεροσυνοδός! Μήπως η λέξη αεροπορικός...;
     Ο θυμός ξαναφούντωσε μέσα του. Όταν θα έβρισκε αυτόν που τον είχε μπλέξει σε αυτή την απίθανη ιστορία, ούτε που ήξερε τι θα του έκανε. Ένα ήταν σίγουρο: αν ανακάλυπτε ότι πίσω από αυτό κρυβόταν κάποια φοιτήτρια, θα έκανε τα αδύνατα δυνατά ώστε αυτή η... κυρία να μην πάρει πτυχίο μέχρι να βγει ο ίδιος στην σύνταξη. Εντάξει, δεν ήταν μνησίκακος άνθρωπος, αλλά και η υπομονή είχε τα όριά της. Είναι δυνατόν ποτέ, σοβαρός άνθρωπος, καθηγητής Πανεπιστημίου, να κάθεται να ασχολείται με χαρτάκια με υδατογραφήματα, μυστηριώδεις αριθμούς και παιχνίδια με λέξεις; Να τρέχει βραδιάτικα πίσω από γυναίκες φαντάσματα και να γυρνάει σπίτι ξέπνοος και... κλειδωμένος απ' έξω;
     Πάνω στη βιασύνη του να προλάβει την "Παπαδοπούλου", έτρεξε έξω χωρίς να σκεφτεί να πάρει μαζί του τα κλειδιά του. Όπως ήταν φυσικό, η πόρτα έκλεισε πίσω του και τώρα υψωνόταν ειρωνικά μπροστά του θυμίζοντάς του την κατάντια του. Από μέσα ακουγόταν το τηλέφωνο να χτυπάει επίμονα. Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει ποιος ήταν. Ο καημένος ο Περικλής, πρέπει να είχε τρομάξει έτσι που του έκλεισε το τηλέφωνο και έπαιρνε να δει αν είναι καλά. Ποιος τον γλύτωνε τώρα από το δούλεμα που είχε να του ρίξει...

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

16. Μια απρόσμενη επανεμφάνιση



Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές.
-   Εμπρός, ακούστηκε στην άλλη πλευρά της γραμμής.
Έσβησε το πορτατίφ και ξανάνοιξε τις κουρτίνες.
-   Επιτέλους, είπε, γιατί άργησες να το σηκώσεις;
-   Καλά, ούτε στο μπάνιο δεν μπορεί να πάει κανείς; διαμαρτυρήθηκε ο Περικλής. Εξάλλου, έχω κι άλλα πράγματα να κάνω, εγώ είμαι παντρεμένος άνθρωπος, δεν έχω μόνο εσένα, Βεντούζα μου.
Άφησε την ενοχλητική προσφώνηση ασχολίαστη.
-   Η πεθερά μου είναι άρρωστη και, καθώς η γυναίκα μου έχει πάει να την φροντίσει, πρέπει εγώ να ασχοληθώ με τα παιδιά, συνέχισε ο Περικλής. Και είναι και τα δύο σε δύσκολη ηλικία: δεκαπέντε η Ματίνα και δεκατρία ο Άρης. Ξέρεις τι θα πει αυτό; Η μία αγωνία μετά την άλλη: με ποιους κάνουν παρέα, πού θα πάνε όταν βγουν, τι ώρα θα γυρίσουν, μην τους δώσουν ναρκωτικά, μην ανέβουν σε μηχανή… αλλά πού να καταλάβεις εσύ… εσύ μόνο τα χαρτάκια σκέφτεσαι. Τέλος πάντων, σκεφτόμουν το πρόβλημά μας και…
-   Είχα κάποιο επεισόδιο πριν από λίγο, τον διέκοψε ο Βεντούζας.
-   Τι επεισόδιο;
-   Τίποτα το σοβαρό, βιάστηκε να το μαζέψει λίγο, απλώς έχασα τις αισθήσεις μου για λίγο.
-   Είσαι καλά τώρα;
-   Ναι, μια χαρά. Όμως την ώρα που ήμουν πεσμένος κάτω είδα ένα όνειρο, όραμα, όπως θέλεις πες το: είδα ότι ήμουν με την Τατιάνα σε εκείνο το παρκάκι που πηγαίναμε τότε… τη θυμάσαι την Τατιάνα;
-   Αν τη θυμάμαι, λέει! Πολύ όμορφη γυναίκα. Απορώ πώς προτίμησε εσένα από εμένα. Πρέπει τελικά να ήταν λίγο βιτσιόζα…
-   Γιατί;
-   Αφού διάλεξε εσένα, είπε ο Περικλής εύθυμα. Αλλά μου έλεγες για το όνειρό σου…
-   Ναι, είπε ο Βεντούζας και αγνόησε και αυτό το σχόλιο. Την είδα όπως ήταν τότε, και φορούσε το αγαπημένο της κίτρινο φόρεμα, και μου είπε ότι αγνοούσα το προφανές και έδινα σημασία σε άχρηστες πληροφορίες.
-   Και λοιπόν;
-   Μετά που συνήλθα θυμήθηκα ότι στο φάκελο που έλαβα η λέξη «αεροπορικώς» ήταν ανορθόγραφη.
-   Και;
-   Συνεπώς, όποιος έστειλε το γράμμα μπορεί να είναι ξένος και να μη μιλάει καλά ελληνικά.
-   Αυτό που λες είναι μεγάλη βλακεία. Η ανορθογραφία δεν είναι ίδιον των αλλοδαπών. Έχω δει εγώ ανορθόγραφους Έλληνες… Εξάλλου, το γράμμα μέσα δεν είχε ορθογραφικά λάθη, είχε;
-   Όχι, είπε ο Βεντούζας, αλλά θα μπορούσε άλλος να έχει γράψει το γράμμα και άλλος τη διεύθυνση στο φάκελο.
-   Λίγο περίεργο μου ακούγεται αυτό… Τα γράμματα δεν ήταν τα ίδια;
-   Αυτό δεν το θυμάμαι. Όμως έχω την αίσθηση ότι τα γράμματα ήταν γυναικεία.
-   Τι να σου πω, βρε Μάριε; Και πώς το εξηγείς το γράμμα;
Δεν ήξερε τι να πει.
-   Κι αν έχουν απαγάγει την Τατιάνα και εκείνη προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια από εμένα;
-   Σιγά μη θυμάται το όνομά σου ύστερα από τόσα χρόνια. Και ας υποθέσουμε ότι είναι έτσι, τι βοήθεια μπορείς να της προσφέρεις; Από όσο ξέρω, η ειδικότητά σου είναι η ιστορία.
-   Μην κοροϊδεύεις, είπε ο Βεντούζας ενοχλημένος από τις συνεχείς σπόντες του Περικλή. Εγώ σου λέω ότι δεν είναι τυχαίο που είδα το όνειρο με την Τατιάνα. Να δεις που έχει σχέση με το γρά…
-   Ποιο γρά; ακούστηκε η ανήσυχη φωνή του Περικλή.
-   Πρέπει να κλείσω, είπε ο Βεντούζας.
-   Έτσι απότομα;
Αλλά απάντηση δεν πήρε. Ο Βεντούζας είχε κλείσει κιόλας το τηλέφωνο. Έξω στο δρόμο, στο απέναντι πεζοδρόμιο είδε μια γυναίκα να περπατάει βιαστικά. Ήταν η Μαριάννα Παπαδοπούλου.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

15. Ο καθηγητής λιποθυμά απ’ τις απανωτές εντάσεις: μια αποκάλυψη τον επαναφέρει στην αρχή του γρίφου


   -Σου είχα πει πως η εκδρομή στην εξοχή θα μας κάνει καλό, είπε μαζεύοντας μια μικρή τουφίτσα μαλλιά απ’ το μέτωπό μου. Και επιτέλους σταμάτα να έχεις αυτήν την έκφραση, ποια έκφραση είπα εγώ, δεν έχει τίποτα η έκφρασή μου. Είσαι πολύ ευαίσθητος όσον αφορά τον εαυτό σου, μου είπε, δεν δίνεις, όμως, καμία σημασία σε πράγματα που θα έπρεπε να σε κάνουν να αμφιβάλεις για πολλά που θεωρείς δεδομένα.
   Ένα αεράκι χάιδεψε τα μαλλιά της, ήταν πολύ όμορφη με εκείνο το κίτρινο φόρεμα, είχε βγάλει τα μποτάκια και του χάιδευε απαλά τις γάμπες, ενώ ένα σπουργίτι είχε βάλει στο μάτι τα κορδόνια και τα τσιμπολογούσε.
   -Είσαι κι εσύ ένα απ’ αυτά τα δεδομένα;, την ρώτησα προκλητικά παίρνοντας τρυφερά το πόδι της και τοποθετώντας το σε ένα σημείο που την έκανε να κοκκινίσει.
   -Όταν σε κοιτάζει κανείς βλέπει έναν αθώο και χαρούμενο Μπαλντρ, στην πραγματικότητα όμως είσαι ίδιος ο Λόκι, ο πιο πανούργος απ’ όλους τους θεούς. Ενώ κατέχεις το μυστικό της αιώνιας νιότης, θέλω να πω είσαι ο μόνος που κατέχει αυτή τη γνώση, την αγνοείς επιδεικτικά, σκορπίζεσαι σε ανόητες πληροφορίες και δε βλέπεις στην ουσία αυτό που είναι μπροστά στα μάτια σου, πετάει κυριολεκτικά και μεταφορικά, είπε ανοίγοντας τα χέρια της σαν φτερά και το σπουργίτι τρομαγμένο πέταξε προς τον θολό ορίζοντα… 

   -Κύριε Βεντούζα μ’ακούτε;, του ήταν γνωστή η φωνή, αλλά δυσκολευόταν να πει αν την είχε φανταστεί ή αν πράγματι την είχε ακούσει, ανοίξτε τα μάτια σας επιτέλους, ένα μικρό επεισόδιο ήταν, μην με τρομάζετε άλλο, αν δεν ξυπνήσετε αμέσως θα καλέσω ασθενοφόρο.
   Μετά από μερικά ελαφρά χτυπηματάκια στα μάγουλα ο καθηγητής άνοιξε τα μάτια. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το έντρομο βλέμμα της Αντιγόνης ακριβώς από πάνω του. Του χάιδευε συνεχώς τα μάγουλα, ενώ επαναλάμβανε πως όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα και πως γλίτωσε από μεγάλο κίνδυνο.
   Ο Βεντούζας ανασηκώθηκε, δεν είχε συνειδητοποιήσει πολύ καλά τι είχε συμβεί, προφανώς είχε χάσει τις αισθήσεις του αφού βρισκόταν κατάχαμα στο χαλί του σαλονιού του σπιτιού του. Με τη βοήθεια της Αντιγόνης σηκώθηκε απ’ το πάτωμα και σύρθηκε μέχρι τον καναπέ σαν υπνωτισμένος. Μέσα του, όμως, ένιωθε πως είχε γίνει μια μεγάλη αποκάλυψη για την οποία δε μίλησε καθόλου στην Αντιγόνη, μολονότι ήθελε να μιλήσει επειγόντως σε κάποιον γι’ αυτό που του συνέβη στη διάρκεια του επεισοδίου.
   -Καλά είμαι Αντιγόνη, της είπε κάπως κοφτά, καλά μην ανησυχείς πια, μπορείς να φύγεις, είσαι ελεύθερη. Παρά τις αντιδράσεις της εκείνος επέμεινε, ήθελε να την ξεφορτωθεί οπωσδήποτε για να πάρει τηλέφωνο τον Περικλή, να του διηγηθεί αυτό που συνέβη, έπρεπε να το μοιραστεί σίγουρα με εκείνον.
   -Εγώ στη θέση σας θα καλούσα ένα γιατρό, σε περίπτωση που..., δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή της κι ο καθηγητής Βεντούζας την συνόδευε στην έξοδο του σπιτιού. Κουράζεστε πολύ κύριε καθηγητά, τα μαθήματα, οι φοιτητές, δεν τελειώνουν ποτέ, μήπως να παίρνατε μια άδεια για λίγο καιρό, αν γίνεται...
   -Νιώθω περίφημα, Αντιγόνη, καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Με συγχωρείς για την αναστάτωση, δεν υπάρχει όμως λόγος ν’ ανησυχείς παραπάνω, της είπε σπρώχνοντάς την ευγενικά προς το κατώφλι της πόρτας και χαιρετίζοντάς την.
   Μόλις έκλεισε την πόρτα, κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Κοίταξε για λίγο έξω απ’ το παράθυρο, ο ήλιος ακολουθούσε την πορεία του πίσω απ’ τις πολυκατοικίες, έκλεισε τις κουρτίνες κι άναψε το πορτατίφ, πήρε κοντά του το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του σπιτιού του Περικλή. Πόσο δίκιο είχε ο Περικλής: αυτό που του είχε διαφύγει τελείως ήταν πως στον φάκελο υπήρχε η ένδειξη που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στον άγνωστο αποστολέα του γράμματος, ενδεχομένως στην αποκάλυψη του προσώπου που κρυβόταν πίσω απ’ την Μαριάννα Παπαδοπούλου.
   Η ανορθόγραφη λέξη «αεροπορικός» είχε πετάξει πάνω από τα μάτια του σαν το σπουργίτι στον ορίζοντα.