Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

47. Tea time



Η Παρθένα Βαλαωρίτη έριξε μια κουταλιά μέλι στο τσάι της και άρχισε να το ανακατεύει αργά-αργά. Αυτός ο πονοκέφαλος των τελευταίων ημερών δεν έλεγε να υποχωρήσει. Σκεφτόταν σοβαρά να μην πάει στη δουλειά την επόμενη μέρα.
Πήγε στο μπάνιο, και άνοιξε το ντουλαπάκι του καθρέφτη, όπου βρίσκονταν τα παυσίπονα. Ο εαυτός της την κοίταζε βαριεστημένα. «Πάλι εσύ;» ήταν σαν να της έλεγε. Άνοιξε ένα κουτί και πήρε αφηρημένα ένα χάπι. Δεν κοίταξε καν αν ήταν το σωστό.
Πήρε το φλιτζάνι με το τσάι και πήγε στο σαλόνι. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έπαιζε μια χαζοεκπομπή. Ο ήχος ήταν χαμηλωμένος. Η Βαλαωρίτη έκλεισε την τηλεόραση και έπιασε το τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού. Με το πάτημα ενός κουμπιού το σιντί άρχισε να παίζει την Ποιμενική συμφωνία του Μπετόβεν. Ήπιε μια γουλιά τσάι, ξάπλωσε στον καναπέ και τράβηξε επάνω της τη λεπτή, πλεκτή κουβέρτα που είχε ειδικά γι’αυτόν τον σκοπό. Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να φαντάζεται ένα γαλήνιο τοπίο στην εξοχή. Όλα ήταν ήρεμα και ωραία. Μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να το αγνοήσει και θα το είχε κάνει, αν δεν χτυπούσε τόσο επίμονα. Μουρμουρίζοντας, έκλεισε το στερεοφωνικό, σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Έβαλε το μάτι της στο ματάκι της πόρτας. Μια σχετικά νέα κοπέλα, κοκκινομάλλα και με φακίδες, φάνηκε παραμορφωμένη μέσα από το ματάκι. Η Βαλαωρίτη άνοιξε την πόρτα.
-   Καλησπέρα, είπε η κοπέλα, που τώρα φάνηκε πιο όμορφη. Είστε η κυρία Παρθένα Βαλαωρίτη;
-   Ναι, απάντησε παραξενεμένη εκείνη, τι θα θέλατε;
-   Θα μπορούσα να περάσω;
Η Βαλαωρίτη ήθελε πάρα πολύ να της το απαγορεύσει, αλλά χωρίς να καταλάβει γιατί, δεν είπε κουβέντα. Αντιθέτως, με μια κίνηση του χεριού της έκανε νόημα στην άγνωστη γυναίκα να περάσει. Εκείνη μπήκε μέσα με αργά βήματα και προχώρησε προς το σαλόνι. Κάθησε στην πολυθρόνα που βρισκόταν στο πλάι του καναπέ και σταύρωσε τα πόδια της.
-   Τσάι πίνετε; είπε. Θα έπινα κι εγώ ένα τσάι.
Η Βαλαωρίτη πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το τσάι που δεν είχε καν προτείνει. Όταν γύρισε στο σαλόνι με τον δίσκο στα χέρια, η άλλη βρισκόταν στην ίδια θέση που την είχε αφήσει.
-   Όμορφο το σπίτι σας, είπε. Οι γονείς σας; ρώτησε δείχνοντας μια μαυρόασπρη φωτογραφία που ήταν κρεμασμένη σε έναν τοίχο.
Η Βαλαωρίτη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-   Μοιάζετε στη μητέρα σας, παρατήρησε η άλλη και ήπιε μια γουλιά τσάι, ζεματίζοντας τα βαμμένα κόκκινα χείλια της και αφήνοντας ένα σημάδι ίδιου χρώματος στην άκρη του φλιτζανιού.
-   Τι θα θέλατε; επανέφερε, λίγο άκομψα, την κουβέντα η Βαλαωρίτη εκεί από όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει.
-   Ξέρετε… είμαι η καινούργια σας γειτόνισσα.
-   Καινούργια γειτόνισσα;
-   Ναι, προχθές μετακόμισα, στο διαμέρισμα που βρίσκεται από επάνω.
-   Α, ναι, εσείς είστε που κάνατε τη φασαρία με την μετακόμιση…
-   Ναι, λυπάμαι πολύ γι’αυτό, αλλά όσο και να πεις στους μεταφορείς να προσέχουν, τη φασαρία δεν μπορείς να την γλιτώσεις.
Η Βαλαωρίτη ένιωσε ότι η νέα της γειτόνισσα ήταν η υπεύθυνη για τους πονοκεφάλους της των τελευταίων ημερών. Την κοίταξε ψυχρά. Ώστε είχε το θράσος να την ενοχλήσει και σήμερα, πάνω που προσπαθούσε να χαλαρώσει;
-   Συγγνώμη, ξαναείπε η γειτόνισσα.
-   Δεκτή, έκανε μέσα από τα δόντια της σχεδόν η Βαλαωρίτη.
-   Επειδή, λοιπόν, είμαι νέα στην πολυκατοικία, είπα να γνωρίσω τους νέους μου γείτονες, και να με γνωρίσουν και εκείνοι, εννοείται.
-   Είχαμε μια σκασίλα, σκέφτηκε η Βαλαωρίτη, αλλά απλώς κούνησε το κεφάλι.
-   Εγώ, που λέτε, είμαι λογίστρια και εργάζομαι σε μια πολυεθνική. Φέτος αποφάσισαν να μεταφέρουν τις υπηρεσίες σε άλλη περιοχή που τα ενοίκια είναι φτηνότερα, οπότε αναγκαστικά μετακόμισα και εγώ, για να είμαι πιο κοντά στη δουλειά μου. Ξέρετε, μου αρέσει το περπάτημα και προτιμώ να πηγαίνω στη δουλειά με τα πόδια. Εσείς πού δουλεύετε;
-   Στο Πανεπιστήμιο, μουρμούρισε η Βαλαωρίτη.
-   Δύσκολη δουλειά, χρειάζεται μεγάλη υπομονή με τους φοιτητές.
Σαν να της φάνηκε λίγο συμπαθητικότερη της Βαλαωρίτη η νέα γειτόνισσα.
-   Είστε παντρεμένη; ρώτησε.
-    Όχι, δηλαδή… υπάρχει ένας τύπος, ένας συνάδελφος στη δουλειά, αλλά, αφήστε τα, τρία χρόνια τον πολιορκώ και αυτός δεν μου δίνει σημασία. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Έχω φτάσει σε σημείο να τον φλερτάρω απροκάλυπτα και εκείνος κάνει ότι δεν καταλαβαίνει.
Η Βαλαωρίτη άρχισε να νιώθει πραγματική συμπάθεια για τη συνομιλήτριά της. Κάτι της θύμιζε αυτή η κατάσταση…
-   Βέβαια, συνέχισε η άλλη, θα μου πείτε ότι υπάρχει και άλλη μία γυναίκα που τον διεκδικεί. Αλλά τι παραπάνω έχει εκείνη από εμένα, μια απλή ταξιθέτρια είναι, τι κι αν δουλεύει στο Μέγαρο Μουσικής;
Η Βαλαωρίτη συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι.
-   Τώρα που το σκέφτομαι, συνέχισε η άλλη, πολύ φοβάμαι μήπως εκείνος είναι ακόμα κολλημένος με την πρώην του, αλλά είναι τόσα χρόνια που έχουν χωρίσει… Την βλέπει, βέβαια, καμιά φορά, αλλά δεν νομίζω… Εξάλλου, εκείνη είναι παντρεμένη τώρα.
Η Βαλαωρίτη ένιωσε να συμπάσχει με την επισκέπτριά της. Και πόσα πολλά κοινά είχαν! Η γειτόνισσα έφερε άλλη μια φορά το φλιτζάνι στα χείλια της.
-   Μήπως θα μπορούσατε να βάλετε λίγο μέλι στο τσάι μου; ρώτησε.
-   Ασφαλώς, είπε η Βαλαωρίτη και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα.
Ο πονοκέφαλός της είχε αρχίσει να υποχωρεί, μάλλον από το παυσίπονο. Αυτή η καινούργια γειτόνισσα, λοιπόν, φαινόταν μια χαρά άνθρωπος. Και από ό,τι της είχε πει, η Βαλαωρίτη ένιωσε ότι μόνο εκείνη θα μπορούσε να καταλάβει το προσωπικό της δράμα. Επέστρεψε με το τσάι στο σαλόνι έτοιμη να ανοίξει την καρδιά της.
-   Εντάξει το τσάι τώρα; ρώτησε.
-   Ναι, μια χαρά, ευχαριστώ. Που λέτε, κυρία Βαλαωρίτη, αυτά περνάω, αλλά μερικές φορές αισθάνομαι ένοχη.
-   Ένοχη;
-   Ναι, μερικές φορές ακούω μια φωνή μέσα μου…
-   Μια φωνή;
-   Ναι, μάλλον θα είναι αυτό που λένε «η φωνή της συνειδήσεως». «Βιργινία», μου λέει η φωνή, «δεν ντρέπεσαι να τρέχεις πίσω από αυτόν τον άχρηστο, που δε σου δίνει την παραμικρή σημασία, άσε να τον πάρει η ταξιθέτρια, άσε να τα ξαναβρεί με την πρώην του, κι ας είναι παντρεμένη, εσένα τι σε νοιάζει; Δεν το καταλαβαίνεις ότι όλα είναι μάταια; Παράτα τα, επιτέλους!»
Η γειτόνισσα που την έλεγαν Βιργινία, κοίταξε την Βαλαωρίτη με έναν τρόπο που εκείνη δεν μπορούσε να εξηγήσει.
-   Νομίζω ότι καταχράστηκα τη φιλοξενία σας, είπε ξαφνικά. Η ώρα πέρασε και εσείς θα θέλετε να ξεκουραστείτε.
Η Βαλαωρίτη δεν πρόλαβε να εκφράσει τις αντιρρήσεις της. Η νέα γειτόνισσα που λεγόταν Βιργινία είχε ήδη σηκωθεί από τη θέση της και κατευθυνόταν προς την πόρτα.
-   Χάρηκα που σας γνώρισα, είπε. Καλό σας βράδυ.
-   Καλό βράδυ, πρόλαβε να πει η Βαλαωρίτη προτού η πόρτα κλείσει πίσω από τη Βιργινία. Από το ματάκι της πόρτας την είδε να απομακρύνεται προς το κλιμακοστάσιο.
Η Βαλαωρίτη ξανακάθησε στον καναπέ και έπιασε το φλιτζάνι της. Ήπιε μια γουλιά.
-   Περίεργη γεύση έχει τελικά αυτό το μέλι, είπε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου