Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

45. Συνοριοφύλακας με γνώσεις ξένων γλωσσών



Ο Δημήτρης Μπάσσης κατέβηκε από το πλοίο κρατώντας το χακί σακβουαγιάζ του. Τι του είχε έρθει να κόψει την αναβολή; Ήταν καιρός να διακόψει τις σπουδές του, τώρα που ήταν τόσο κοντά στο πτυχίο;
- Γιατί, παιδί μου; τον είχε ρωτήσει η μάνα του στο τηλέφωνο. Έγινε τίποτα στην σχολή;
- Όχι, βρε μάνα, τίποτα δεν έγινε. Όμως, θέλω να τελειώσω το στρατιωτικό να ξεμπερδεύω. Έτσι κι αλλιώς, τρία μαθήματα μου έχουν μείνει για να δώσω, εκτός από τη διπλωματική. Μπορώ και φαντάρος να διαβάζω.
- Δεν το καταλαβαίνω, βρε παιδί μου, γιατί να βιαστείς;
- Επειδή μόλις τελειώσω θέλω να πάω έξω για μεταπτυχιακό και δε θέλω να εκκρεμεί το στρατιωτικό…
- Έξω; Τι «έξω»;
- Στο εξωτερικό…
- Ε, τώρα θες να με πεθάνεις;
- Γιατί, ρε μάνα, να σε πεθάνω; Υποτροφία θα πάρω, δε θα σας επιβαρύνω καθόλου.
- Ποιος μίλησε για επιβάρυνση; Όταν πέρασες στην Αθήνα είπαμε με τον πατέρα σου: «μακριά είναι, αλλά αν είναι να σπουδάσει τι να κάνουμε, θα κάνουμε υπομονή τέσσερα, άντε πέντε χρόνια, θα ξανάρθει…»
-  Στο Άργος Ορεστικό;
- Ναι, γιατί, τι έχει το Άργος Ορεστικό; Θα γινόσουν ένας καθηγητής, θα διοριζόσουν εδώ, άντε, το πολύ σε κανένα χωριό εδώ κοντά ή έστω, στην Καστοριά, κοντά είναι η Καστοριά, θα έβρισκες και μια καλή κοπέλα, να έχουμε και εμείς έναν άνθρωπο κοντά στα γεράματά μας…
- Μάνα, δε θα το συζητήσω τώρα, θα πάω φαντάρος! είχε πει και έτσι απότομα είχε τελειώσει η συζήτηση.
Και ούτε είχε αλλάξει γνώμη όταν και ο πατέρας του προσπάθησε αργότερα να τον μεταπείσει. Και έκοψε την αναβολή του και παρουσιάστηκε στον στρατό για τη βασική του εκπαίδευση. Και, επιτέλους, οι γονείς του το πήραν απόφαση. Και τελείωσε η βασική εκπαίδευση και πάλι άρχισαν οι γονικές παραινέσεις να πάει κοντά στους γονείς, αλλά όταν του ζητήθηκε να δηλώσει πού θα ήθελε να υπηρετήσει, εκείνος απέφυγε όλη την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Και όταν έμαθε ότι θα τον έστελναν στο Καστελλόριζο πολύ το χάρηκε, αν και θα προτιμούσε σίγουρα κάποιο άλλο νησί. Και η μάνα του πήγε να πεθάνει, λες και τον έστελναν στο μέτωπο.
Με χαρά, λοιπόν, είχε μπει στο πλοίο για το ταξίδι των τόσων ωρών που θα τον έφερνε στον προορισμό του, τώρα όμως, βλέποντας τα σπιτάκια τα τοποθετημένα στη σειρά, που καθρεφτίζονταν, πολύχρωμα, στο λιμάνι, σαν να το μετάνιωσε λίγο. Αλλά, εντάξει, πόσο χάλια θα ήταν πια; Καστελλόριζο ήταν, δεν ήταν Έβρος, να ξεπαγιάζει το χειμώνα, εδώ θα είχε και τουρίστες το καλοκαίρι. Στον Έβρο μόνο πλημμύρες, υγρασία και λαθρομετανάστες. Ενώ εδώ, πολιτισμός…
Οι πρώτες μέρες κύλησαν απλά, στρατιωτικά. Παρουσιάστηκε στη Μονάδα του και ανέλαβε υπηρεσία. Τριάντα φαντάροι ήταν όλοι κι όλοι. Και δουλειά πολλή δεν είχε. Ασκήσεις και περιπολίες. Μπορούσε άνετα να διαβάζει, τόσο για τις εξετάσεις της Σχολής, όσο και για τις εξετάσεις της υποτροφίας. Οι γονείς του το είχαν πάρει απόφαση και δεν τον πολυζάλιζαν όταν τους έπαιρνε τηλέφωνο. Μόνο η μάνα του αναστέναζε συνέχεια, αλλά δεν του έκανε εντύπωση, έτσι ήταν η μάνα του.
Ο πρώτος μήνας πέρασε χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει. Έπαιρνε και άδεια εξόδου κάθε δέκα μέρες και βολτάριζε στο έρημο λιμάνι. Λιγοστά μαγαζιά ήταν πια ανοιχτά, αν πει, δε, κανείς για τουρίστες… Μόνο κάποιος Ρώσος είχε έρθει με μία θαλαμηγό, εποχή που τη διάλεξε… Από ό,τι έλεγαν είχε πολλά λεφτά και σκόπευε να αγοράσει κάποια βραχονησίδα. Γέμισε ο κόσμος επίδοξους Ωνάσηδες.
Ο Μπάσσης ξαναείδε τη θαλαμηγό την επόμενη φορά που πήρε άδεια.
- Αυτή είναι ζωή, σκέφτηκε, να μη σε νοιάζει το αύριο και να μπορείς να μείνεις σε ένα νησί όσο θέλεις, χωρίς να υπολογίζεις τα έξοδα. Φαντάσου, ρε συ, Δημήτρη, να ήσουν εσύ στη θέση αυτού του πάμπλουτου Ρώσου, που ένας Θεός ξέρει πώς τα απόκτησε τα λεφτά του – πάντως όχι με τον σταυρό στο χέρι – και να έχεις επιχειρήσεις και βίλες και κότερα και ιδιωτικά τζετ… Και να έχεις στα πόδια σου και όλα τα γκομενάκια, και να τρως ό,τι γουστάρεις, και να κάνεις και ό,τι γουστάρεις, και να μην έχεις ανάγκη ούτε υποτροφίες ούτε μεταπτυχιακά για να κάνεις κάτι στη ζωή σου…
Ναι, κάνε όνειρα, κακομοίρη… Βολέψου τώρα με το να χαζεύεις τα κότερα των άλλων και άσε τα μεγάλα όνειρα, αυτά δεν είναι για ένα παιδί από το Άργος Ορεστικό, με δυο γονείς που θέλουν να το κρατήσουν σώνει και καλά κοντά τους, που το μεγαλύτερό τους όνειρο γι’αυτόν είναι να γίνει ένας ταλαίπωρος, κακοπληρωμένος καθηγητάκος…
Όχι, αυτά είναι όνειρα για τους τολμηρούς, για τους γιους και τις κόρες των καιροσκόπων, των επιχειρηματιών, των ανθρώπων που δεν αφήνουν ευκαιρία να πάει χαμένη, όχι των απλών ανθρώπων, των αγροτών, των υπαλλήλων, των ιερέων… Αυτά είναι όνειρα για εκείνους που πιάνουν την πέτρα και την στύβουν, για εκείνους που δεν ησυχάζουν ούτε στον ύπνο τους, όχι για εσένα, καημένε Δημήτρη, που δεν τολμάς να κάνεις ούτε καν το πρώτο βήμα…
Δεν ήταν στις καλές του εκείνη τη μέρα ο Μπάσσης. Κάτι τέτοιες μέρες ήταν που ένιωθε ιδιαίτερα ηττοπαθής. Ήταν και οι εξετάσεις για το μεταπτυχιακό που πλησίαζαν και είχε αγχωθεί… Τι θα γινόταν αν δεν τα πήγαινε καλά; Θα έπρεπε να αποχαιρετήσει το όνειρό του για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Και μόνο η σκέψη ότι θα κατέληγε καθηγητής τον σκότωνε. Δεν τα πολυσυμπαθούσε τα παιδιά, αυτός ήταν ο κύριος λόγος.
Μια πορτούλα άνοιξε στο κότερο και ένας άντρας με ένα μακό μπλουζάκι βγήκε έξω και άρχισε να καθαρίζει. Προφανώς δεν ήταν ο μεγιστάνας. Ο άντρας κοίταξε τον Μπάσση διερευνητικά. Εκείνος άρχισε να απομακρύνεται περπατώντας αργά-αργά στην άκρη του λιμανιού. Ο άλλος συνέχισε τη δουλειά του. Φαινόταν πολυάσχολος.
Τότε ακούστηκε μια δυνατή αντρική φωνή. Ο Μπάσσης γύρισε και κοίταξε. Ένας δεύτερος άντρας βρισκόταν στο κατάστρωμα. Φαινόταν μεσήλικας και είχε μεγάλη κοιλιά. Αυτός θα ήταν ο Ρώσος μεγιστάνας, προφανώς. Μιλούσε στο κινητό του και φαινόταν αρκετά ενοχλημένος. Περπατούσε νευρικά πάνω-κάτω στο κατάστρωμα όση ώρα μιλούσε.
- Τι δυνατή φωνή! σκέφτηκε ο Μπάσσης. Με τέτοια φωνή θα μπορούσε να κάνει καριέρα στην όπερα.
Πράγματι, αν συγκεντρωνόταν λίγο, ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να ακούσει τι έλεγε, παρόλο που τους χώριζε μια σχετική απόσταση. Προσπαθώντας να θυμηθεί όσα ρώσικα είχε μάθει στο διδασκαλείο ξένων γλωσσών του Πανεπιστημίου, έστησε αυτί. Μα τι προφορά ήταν αυτή, δεν καταλάβαινε τίποτα. Είχαν περάσει και δύο χρόνια από τότε που έκανε τα μαθήματα, βέβαια… Μπα, άδικος κόπος. Το μόνο που κατάφερε να καταλάβει ύστερα από τόση προσπάθεια ήταν ότι ο Ρώσος μεγιστάνας μιλούσε με μία Τατιάνα.  

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

44. Απρόοπτο in situ



Η Τατιάνα έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Το πέτυχε με την πρώτη. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά και ύστερα έστριψε το κλειδί μία φορά. Η πόρτα άνοιξε.
Πόσα χρόνια είχε να βρεθεί σε αυτό το σπίτι και όμως ήταν σαν να το είχε επισκεφτεί μόλις εχθές… Τα ίδια παλιά έπιπλα, τα ίδια χρώματα στους τοίχους, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη ίσως ήταν περισσότερα αλλά, όχι, όλα έμοιαζαν ίδια ακριβώς. Να και ο καναπές με τα σκαλισμένα πόδια: το είχαν κάνει μια φορά εκεί με το Βεντούζα. Ήταν το πιο ακραίο πράγμα που είχαν κάνει οι δυο τους. Κουνιόταν ακόμα άραγε; Ναι, κουνιόταν ακριβώς το ίδιο. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
- Γυρίσατε; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από μέσα. Ήρθα πιο αργά σήμερα, επειδή το πρωί είχα να πάω στο γιατρό για κάτι εξετάσεις, σας το είχα πει. Δεν μαγείρεψα όμως, το προχθεσινό φαγητό δεν το ακουμπήσατε…
Η Τατιάνα βρέθηκε τετ-α-τετ με μια μεσήλικη γυναίκα με αλογοουρά, που φορούσε παλιά, στραβοπατημένα παπούτσια και μια λουλουδάτη ποδιά. «Η μαμά του, ή κάποια άλλη γκόμενα;» σκέφτηκε η Τατιάνα, αν και η πιθανότητες έγερναν προς την πρώτη υπόθεση.
- Ποια είστε; ρώτησε η γυναίκα τρομαγμένα.
- Γεια σας, είπε η Τατιάνα προσπαθώντας να βρει μια καλή δικαιολογία, είμαι φίλη του Μάριου…
- Φίλη; Τι είδους φίλη; ρώτησε η άλλη ενώ την κοιτούσε καχύποπτα.
- Φίλη, απλή φίλη.
Η άλλη την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
- Και πώς μπήκατε στο σπίτι; ρώτησε. Μόνο εγώ και ο κύριος Βεντούζας έχουμε κλειδιά.
- Ναι, δικά του είναι τα κλειδιά, είπε η Τατιάνα και απέκλεισε την πιθανότητα η άλλη να ήταν η μητέρα του Βεντούζα. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, είχε την αίσθηση ότι ο Βεντούζας ήταν ορφανός…
- Και τι είδους φίλη είστε που έχετε τα κλειδιά του; Ο κύριος Μάριος δεν μοιράζει τα κλειδιά του δεξιά και αριστερά…
- Ναι, είμαι μία φίλη από τη δουλειά (η άλλη την ξανακοίταξε από πάνω ως κάτω), βοηθός στο Πανεπιστήμιο… στην γραμματεία…
- Α, στην γραμματεία…
- Ναι, στην γραμματεία… Και είχα πάει να τον δω στην κλινική, και…
- Σε ποια κλινική; Τι έπαθε; Γι’αυτό έχω να τον δω από την προηγούμενη Πέμπτη; Τι έπαθε, πείτε μου! Σε ποια κλινική τον έχουν, να πάω να τον δω;
- Όχι καλύτερα, μην πάτε, δεν αφήνουν να τον δει κανείς. Μόνο στους συγγενείς επιτρέπουν να τον δουν.
- Ναι, αλλά εσείς δεν είστε συγγενής… είστε;
- Όχι, δεν είμαι…
- Και τότε πώς τον είδατε;
- Δεν τον είδα, δε με άφηναν να τον δω, αλλά ήρθε η νοσοκόμα του και μου είπε ότι ο ασθενής ήθελε να του κάνω μία χάρη…
- Είναι καλά δηλαδή;
-  Ναι, από ό,τι κατάλαβα ναι, πάει καλύτερα.
- Ευτυχώς, έχει ταλαιπωρηθεί πολύ τελευταία ο καημένος, αλλά μη σας τα λέω εγώ, τα ξέρετε αφού είστε φίλη του.
Την ξανακοίταξε από πάνω ως κάτω.
- Ναι, ναι, είπε η Τατιάνα, ενώ μέσα της έψαχνε τρόπους να φτάσει στον σκοπό της.
- Και τα κλειδιά ποιος σας τα έδωσε, αφού λέτε ότι δεν τον είδατε τον κύριο Μάριο;
- Α, ναι, τα κλειδιά μου τα έδωσε η νοσοκόμα.
- Η νοσοκόμα;
-  Ναι, αφού εγώ δεν μπορούσα να τον δω για να μου τα δώσει…
-  Ναι, φυσικά. Και τι χάρη σας ζήτησε, αν επιτρέπεται;
- Ε, ναι, βέβαια, μπορώ να σας πω, δεν είναι μυστικό. Εσείς, εξάλλου, δικός του άνθρωπος είστε, προφανώς, δεν υπάρχει λόγος να μην το μάθετε…
-  Λοιπόν;
- Μου ζήτησε να του πάω μερικά ρούχα και κάποιες από τις σημειώσεις του, ίσως και κανένα βιβλίο, αν θεωρήσω ότι θα του χρειαστεί.
- Τι να τις κάνει τις σημειώσεις;
- Δεν ξέρω, μπορεί να του έχει έρθει καμιά ιδέα εκεί που είναι.
- Θεέ και Κύριε! σταυροκοπήθηκε η κυρία Αντιγόνη. Τι άλλο θα ακούσω! Αντί να κοιτάξει να βγει από εκεί μια ώρα αρχύτερα, αυτός θα εγκατασταθεί εκεί μέσα!
- Τι να σας πω, τον ξέρετε πώς είναι, όταν τον απασχολεί κάτι…
- Τον ξέρω, ναι. Και ήρθατε για να μαζέψετε τα πράγματά του;
- Ναι.
- Θα σας βοηθήσω με τα ρούχα, τα βιβλία του δεν θέλει να του τα πειράζω. Πόσες μέρες νομίζετε ότι θα μείνει ακόμα;
- Ε, δεν ξέρω ακριβώς…
- Θα του βάλω τρεις αλλαξιές κι αν είναι να μείνει παραπάνω έρχεστε και παίρνετε και άλλες, είπε η κυρία Αντιγόνη. Όχι, από εκεί που πάτε είναι το γραφείο, περιμένετε να σας δείξω… Ή, μάλλον, καλύτερα πηγαίνετε εσείς στο γραφείο του να του βρείτε τα χαρτιά του και τα βιβλία του και θα ασχοληθώ μόνη μου με τα ρούχα του. Δεν θα αργήσω.
Η κυρία Αντιγόνη μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του Βεντούζα και άνοιξε την ντουλάπα του. Πολύ όμορφη ήταν εκείνη η κοπέλα. Να ήταν φίλη του κυρίου Μάριου στ’αλήθεια; Ή, μήπως, να τα είχαν οι δυο τους; Λες; Ο κύριος Μάριος; Ναι, γιατί όχι, ο κύριος Μάριος, λίγους κυρίους είχε δει εκείνη που ήταν κύριοι μόνο στο όνομα;
Ένα κινητό χτύπησε, δεν ήταν το δικό της. Έβγαλε από την ντουλάπα δυο ζευγάρια κάλτσες και τρία σώβρακα. Έβγαλε και δύο φανελάκια, μπορεί να ήθελε να φορέσει φανελάκι στο νοσοκομείο. Να του έβαζε και μια αλλαξιά πιτζάμες; Ναι, βέβαια, και πιτζάμες έπρεπε να του στείλει…
Όχι, ο κύριος Μάριος ήταν κύριος με τα όλα του. Τόσα χρόνια που τον ήξερε, ποτέ δεν της είχε μιλήσει άσχημα, ποτέ δεν είχε κινηθεί πονηρά, τη σεβόταν, όχι, ο κύριος Μάριος δεν μπορεί να τα είχε με εκείνη την κοπέλα. Αυτή, καλέ, αν ντυνόταν διαφορετικά, θα μπορούσε να είναι καμιά ρωσίδα βιζιτού, θου Κύριε!
Έβαλε τα πράγματα του Βεντούζα επάνω στο κρεβάτι του. Τώρα θα χρειαζόταν μια τσάντα. Ή μια μικρή βαλιτσούλα. Α, ναι, θυμήθηκε. Θα χρησιμοποιούσε το μικρό το σακβουαγιάζ που έπαιρνε μαζί του όταν καμιά φορά πήγαινε καμιά μονοήμερη εκδρομή με το μακαρίτη τον Περικλή. Πού ήταν το σακβουαγιάζ; Ε, μα στο πατάρι, φυσικά, αλλά εντάξει, δεν υπήρχε πρόβλημα, θα μπορούσε να τη βοηθήσει η κοπέλα να το κατεβάσει από εκεί. Δύο μέτρα μπόι είχε, να μην μπορούσε να ανέβει στο πατάρι;
Βγήκε στο διάδρομο και πήγε στο γραφείο του Βεντούζα. Από την κλειστή πόρτα ακουγόταν η φωνή της κοπέλας, που μιλούσε στο τηλέφωνο. Μόνο που δεν μιλούσε ελληνικά. Χτύπησε την πόρτα, χωρίς να είναι σίγουρη αν έπρεπε να χτυπήσει ή όχι. Η φωνή διακόπηκε.
- Ναι, είπε η Τατιάνα, περάστε.
Το γραφείο φαινόταν αρκετά συγυρισμένο. Η κοπέλα κρατούσε το κινητό της στο ένα χέρι. Πρέπει να το είχε κλείσει.
-  Το βρήκατε αυτό που ψάχνατε; ρώτησε η κυρία Αντιγόνη.
- Βρήκα μερικά από αυτά που μου ζήτησε, αλλά δεν ξέρω μήπως θέλει και άλλα, είπε η Τατιάνα.
- Εσείς μιλούσατε πριν;
- Ε, ναι…
-  Από τη Ρωσία είστε;
- Ο μπαμπάς μου…
-  Α… Και τώρα ρώσικα μιλούσατε;
- Τώρα; Α, ναι, ναι, μιλούσα με τη γιαγιά μου. Είναι άρρωστη και θέλει να την επισκεφτώ.
-  Να την επισκεφτείτε τότε…
-  Ναι, μάλλον θα πάω το καλοκαίρι. Θέλετε κάτι άλλο;
- Ναι, θα μπορούσατε να με βοηθήσετε να κατεβάσουμε ένα σακβουαγιάζ από το πατάρι;
- Πολύ ευχαρίστως.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

43. Μία Βυζαντινολόγος συλλογιέται



Η Παρθένα Βαλαωρίτη έπεσε βαριά στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια της. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών την είχαν κουράσει πολύ. Δεν ήταν, δα, και στην πρώτη νιότη της… Εδώ που τα λέμε, ούτε καν στη δεύτερη δεν ήταν.
Πού θα κατέληγε αυτή η ιστορία; Θα μαζεύονταν και οι τρεις και θα έβαζαν το Βεντούζα στη μέση και θα του αποκάλυπταν το σχέδιο; Και ύστερα, τι; Θα του ζητούσαν να διαλέξει μία από τις τρεις;
Α, όχι, αυτό το είχαν διευκρινίσει, ήθελαν απλώς να του δώσουν ένα μάθημα. Αλλά να μπουν σε τόσο κόπο μόνο για να του δώσουν ένα μάθημα, πολύ δεν ήταν; Και, δηλαδή, θα τον έκαναν να αναλογιστεί τη συμπεριφορά του και να μετανοήσει, και θα τον άφηναν να βρει καινούργιες γυναίκες, και αυτή τη φορά να φερθεί σωστά, όπως δεν είχε φερθεί σε εκείνες; Μεγάλη αδικία!
Α, ρε Βεντούζα, εσύ κοιμάσαι και η τύχη σου δουλεύει! Τρεις γυναίκες βάλθηκαν να σε κάνουν άνθρωπο και θα σε κάνουν… αλλά είναι μεγάλη αδικία, πώς να το κάνουμε!
Σαν ταινία πέρασαν από το μυαλό της οι άπειρες φορές που εκείνη τον είχε φλερτάρει και εκείνος είχε φερθεί σαν κόπανος. Εμ, τέτοιος κόπανος που ήταν… Λες η Λιλήθ να τον γούσταρε ακόμα; Καλά, ήθελε και ρώτημα; Εννοείται ότι τον γούσταρε! Αλλιώς, γιατί του είχε κρύψει ότι ήταν χωρισμένη; Για να τον πικάρει, φυσικά. Άρα, τίποτα δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμα…
Όσο για την άλλη, την ξανθιά αλόγα από την Ουκρανία, ε, γι’αυτήν τι μπορούσε να πει; Να ήταν τόσο ανώμαλη ώστε να κόβει τις φλέβες της για τον νερόβραστο το Βεντούζα; Εξάλλου, την είχε ακούσει πολλές φορές να μιλάει στο τηλέφωνο, και από τον τρόπο που μιλούσε φαινόταν ότι μιλούσε σε άντρα. Κάποιος συμπατριώτης της θα ήταν, ρώσικα μιλούσε.
Ε, καλά, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ξέρει με αυτές τις ξανθόψειρες. Μπορεί να έχουν δυο-τρεις γκόμενους παράλληλα, έτσι δεν είναι; Αχ, αυτά να τα βλέπεις εσύ, Παρθένα μου, που πάντα ήσουν ηθικό στοιχείο!
Και αυτός ο άχρηστος να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει… Δηλαδή, τι περίμενε από τη ζωή του; Ένας ταλαίπωρος καθηγητής ήταν, δεν ήταν κανένας παραγωγός του Χόλυγουντ να τον περιτριγυρίζουν όλα τα τρυφερούδια για ένα ρόλο! Λίγη του έπεφτε; Και μορφωμένη ήταν, και εμφανίσιμη, και τη δουλειά της την είχε, και το σπίτι της…
- Έχε χάρη, καημένε, σκέφτηκε, που είμαι καλός άνθρωπος.
Θα τον συγχωρούσε, εννοείται. Και θα του έδινε μια ευκαιρία να καταλάβει ότι καλύτερη από εκείνη δεν μπορούσε να βρει. Βέβαια, υπήρχε στη μέση και η Λιλήθ, αλλά, εκείνη είχε και δυο παιδιά, θα του άρεσε του Βεντούζα να μεγαλώνει τα παιδιά ενός άλλου; Εκείνης πάντως δεν θα της άρεσε.
Ναι, θα τον διεκδικούσε, χωρίς αμφιβολία. Θα τον διεκδικούσε, κι ας είχαν πει ό,τι είχαν πει με τις άλλες δύο. Δεν μπορούσε να τους έχει εμπιστοσύνη, ούτε στη μία – με τη γελοία της προφορά –, ούτε στην άλλη – την αξιοσέβαστη μητέρα δύο τέκνων –, ας πήγαιναν και οι δύο να πνιγούν!
Ανασηκώθηκε στον καναπέ. Η μέση της την πέθαινε. Είχε και εκείνα τα αναθεματισμένα τα γραπτά να διορθώσει. Και πώς βαριόταν! Λες και οι φοιτητές ήταν συνεννοημένοι και έγραφαν όλοι τις ίδιες βλακείες! Μερικές φορές αναρωτιόταν γιατί έκανε τις παραδόσεις, αφού κανείς δεν πρόσεχε τι έλεγε. Δε θα ήταν καλύτερα να έπαιρναν τα βιβλία τους και να διάβαζαν μόνοι τους και να την άφηναν στην ησυχία της;
Αποφάσισε να φτιάξει ένα τσάι. Ήθελε να ηρεμήσει, και μόνο με το τσάι ηρεμούσε. Έβγαλε τα παπούτσια της και πήγε ξυπόλητη στην κουζίνα. Και μόλις άναψε το φως, χτύπησε το τηλέφωνο.
Το πόσο την ενοχλούσε το τηλέφωνο δε λέγεται. Χτυπούσε πάντα τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Άσε που τις περισσότερες φορές ήταν άνευ λόγου και αιτίας.
- Εμπρός, είπε βαριεστημένα.
- Καλησπέρα σας, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την άλλη πλευρά της γραμμής.
- Καλησπέρα, απάντησε, χωρίς να το πολυπιστεύει.
- Τηλεφωνώ από μία εταιρεία δημοσκοπήσεων…
- Να το! σκέφτηκε και κλικ! έκλεισε το τηλέφωνο εκνευρισμένη.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

42. Πάνω απ'όλα, μάνα



Η Λιλήθ γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Από μέσα ακούστηκαν παιδικές φωνές.
-  Παιδιά, γύρισα, είπε, είστε καλά;
Δυο παιδάκια έτρεξαν να την προϋπαντήσουν.
-  Πώς τα περάσατε σήμερα; ρώτησε.
- Η κυρία με σήκωσε στη γεωγραφία και τα ήξερα όλα, είπε ο μεγάλος. Είπα και εκείνη την ιστορία που μου είπες εσύ. Μου είπε μπράβο.
- Μπράβο, παιδί μου, είπε η Λιλήθ και του έδωσε ένα φιλί.
- Εμείς ζωγραφίσαμε ένα σπίτι με παράθυρα και παίξαμε θέατρο, και η Μαρίνα μου είπε πως με αγαπάει, αλλά εγώ δεν τη θέλω…, άρχισε ο μικρός.
- Γιατί, δεν τη θέλεις τη Μαρίνα, που είναι τόσο καλό κορίτσι, και όμορφο, και που σε αγαπάει, άρχισε να του λέει η Λιλήθ χαϊδεύοντάς του τα μαλλάκια.
- Δεν τη θέλω, είναι κορίτσι, και όλο παίζει με τα άλλα κορίτσια, και μετά έρχεται και με φιλάει, και… δεν τη θέλω σου λέω! είπε ο μικρός και, αφού απελευθερώθηκε από την αγκαλιά της, έφυγε τρέχοντας για το δωμάτιό του.
- Τι μαθήματα έχεις για αύριο; ρώτησε τον μεγάλο.
- Έχουμε ορθογραφία, γλώσσα, αριθμητική…
- Έχεις διαβάσει;
- Ναι, τις κάναμε όλες τι ασκήσεις.
- Εντάξει, μωρό μου, θα έρθω αργότερα να τις δούμε και μαζί. Έφαγες;
- Ναι, φάγαμε στο σχολείο. Σήμερα είχε μακαρόνια με κιμά.
- Ωραία, τότε. Πήγαινε στο δωμάτιό σου να παίξεις και θα έρθω και εγώ σε λίγο.
Ο μεγάλος έφυγε και η Λιλήθ έμεινε μόνη στο δωμάτιο. Έβγαλε τα παπούτσια της. Τι ανακούφιση! Τελικά αυτές οι γόβες την στένευαν πολύ. Όπως στένευε και ο κλοιός γύρω από εκείνη και τις άλλες δύο.Ο Βεντούζας, ευτυχώς, είχε διαφύγει τον κίνδυνο. Όμως, τι θα ακολουθούσε; Η τελευταία τους συνάντηση προφανώς δε θα ήταν η τελευταία.
Και όταν θα ξυπνούσε, τι θα γινόταν; Θα άρχιζε πάλι τα δικά του; Και τι θα του έλεγε την επόμενη φορά που θα την συναντούσε; «Εντάξει, δίκιο έχεις, σου κάναμε μια πλάκα, για να δεις που έπαιζες μαζί μας, οι γυναίκες δεν είναι παιχνίδια έχουν αισθήματα, το κατάλαβες, άχρηστε;»
Τον λυπόταν, βέβαια, που τον ταλαιπωρούσαν έτσι, αλλά εκείνος δεν είχε λυπηθεί καθόλου όταν τη δούλευε ψιλό γαζί, πουλώντας έρωτα παράλληλα και στην Τατιάνα… Και σιγά τον άντρα, εδώ που τα λέμε… Αν και, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, καλά κρατιόταν ακόμα.
Και τώρα εκείνη έπρεπε να συνεργαστεί με εκείνη την πόρνη από την Ουκρανία. Ποτέ της δεν την είχε συμπαθήσει. Αρχικά, επειδή της είχε φάει τον άντρα, και ύστερα, επειδή επέμενε – ύστερα από τόσα χρόνια που ζούσε στην Ελλάδα – να κρατάει εν μέρει εκείνη τη γελοία, ξενική προφορά. Δεν τη χώνευε επειδή ένιωθε ότι η Τατιάνα ασκούσε ακόμα επίδραση επάνω στον Βεντούζα.
Και τι να πει για την άλλη, τη Βαλαωρίτη, αυτή την ξινισμένη γεροντοκόρη που λιμπιζόταν τον Βεντούζα, αλλά δεν ήταν άξια να τον διεκδικήσει με έναν τρόπο καθώς πρέπει, παρά του πετούσε πονηρά υπονοούμενα; Πόσο λυσσασμένη ήταν πια; Τέλος πάντων, αυτή της φαινόταν λιγότερο επικίνδυνη, ο Βεντούζας ούτε να την φτύσει…
Την Παπαδοπούλου, ας την άφηναν απ’έξω. Δεν υπήρχε λόγος να την ξανανακατέψουν.  Ό,τι της είχε ζητηθεί το είχε κάνει. Με το αζημίωτο, φυσικά, αλλά ακόμα και έτσι, παράπονο δεν μπορούσαν να έχουν. Εξάλλου, τι παραπάνω θα μπορούσαν να περιμένουν από μία άνεργη ηθοποιό; Άσε που τώρα τελευταία είχε αρχίσει να έχει ενδοιασμούς για το ρόλο της… Όχι, καλύτερα να διακόψουν τη συνεργασία μαζί της. Καλύτερα να έμεναν αυτές οι τρεις, που είχαν και τον κοινό σκοπό. Και όταν τελείωναν όλα, τότε ίσως κάτι να άλλαζε…
Έπιασε στα χέρια της τη φωτογραφία με τα παιδιά της. Ασυναίσθητα χαμογέλασε. Ύστερα πήγε στο δωμάτιο του μεγάλου, για να τον βοηθήσει με τα μαθήματα.