Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

45. Συνοριοφύλακας με γνώσεις ξένων γλωσσών



Ο Δημήτρης Μπάσσης κατέβηκε από το πλοίο κρατώντας το χακί σακβουαγιάζ του. Τι του είχε έρθει να κόψει την αναβολή; Ήταν καιρός να διακόψει τις σπουδές του, τώρα που ήταν τόσο κοντά στο πτυχίο;
- Γιατί, παιδί μου; τον είχε ρωτήσει η μάνα του στο τηλέφωνο. Έγινε τίποτα στην σχολή;
- Όχι, βρε μάνα, τίποτα δεν έγινε. Όμως, θέλω να τελειώσω το στρατιωτικό να ξεμπερδεύω. Έτσι κι αλλιώς, τρία μαθήματα μου έχουν μείνει για να δώσω, εκτός από τη διπλωματική. Μπορώ και φαντάρος να διαβάζω.
- Δεν το καταλαβαίνω, βρε παιδί μου, γιατί να βιαστείς;
- Επειδή μόλις τελειώσω θέλω να πάω έξω για μεταπτυχιακό και δε θέλω να εκκρεμεί το στρατιωτικό…
- Έξω; Τι «έξω»;
- Στο εξωτερικό…
- Ε, τώρα θες να με πεθάνεις;
- Γιατί, ρε μάνα, να σε πεθάνω; Υποτροφία θα πάρω, δε θα σας επιβαρύνω καθόλου.
- Ποιος μίλησε για επιβάρυνση; Όταν πέρασες στην Αθήνα είπαμε με τον πατέρα σου: «μακριά είναι, αλλά αν είναι να σπουδάσει τι να κάνουμε, θα κάνουμε υπομονή τέσσερα, άντε πέντε χρόνια, θα ξανάρθει…»
-  Στο Άργος Ορεστικό;
- Ναι, γιατί, τι έχει το Άργος Ορεστικό; Θα γινόσουν ένας καθηγητής, θα διοριζόσουν εδώ, άντε, το πολύ σε κανένα χωριό εδώ κοντά ή έστω, στην Καστοριά, κοντά είναι η Καστοριά, θα έβρισκες και μια καλή κοπέλα, να έχουμε και εμείς έναν άνθρωπο κοντά στα γεράματά μας…
- Μάνα, δε θα το συζητήσω τώρα, θα πάω φαντάρος! είχε πει και έτσι απότομα είχε τελειώσει η συζήτηση.
Και ούτε είχε αλλάξει γνώμη όταν και ο πατέρας του προσπάθησε αργότερα να τον μεταπείσει. Και έκοψε την αναβολή του και παρουσιάστηκε στον στρατό για τη βασική του εκπαίδευση. Και, επιτέλους, οι γονείς του το πήραν απόφαση. Και τελείωσε η βασική εκπαίδευση και πάλι άρχισαν οι γονικές παραινέσεις να πάει κοντά στους γονείς, αλλά όταν του ζητήθηκε να δηλώσει πού θα ήθελε να υπηρετήσει, εκείνος απέφυγε όλη την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Και όταν έμαθε ότι θα τον έστελναν στο Καστελλόριζο πολύ το χάρηκε, αν και θα προτιμούσε σίγουρα κάποιο άλλο νησί. Και η μάνα του πήγε να πεθάνει, λες και τον έστελναν στο μέτωπο.
Με χαρά, λοιπόν, είχε μπει στο πλοίο για το ταξίδι των τόσων ωρών που θα τον έφερνε στον προορισμό του, τώρα όμως, βλέποντας τα σπιτάκια τα τοποθετημένα στη σειρά, που καθρεφτίζονταν, πολύχρωμα, στο λιμάνι, σαν να το μετάνιωσε λίγο. Αλλά, εντάξει, πόσο χάλια θα ήταν πια; Καστελλόριζο ήταν, δεν ήταν Έβρος, να ξεπαγιάζει το χειμώνα, εδώ θα είχε και τουρίστες το καλοκαίρι. Στον Έβρο μόνο πλημμύρες, υγρασία και λαθρομετανάστες. Ενώ εδώ, πολιτισμός…
Οι πρώτες μέρες κύλησαν απλά, στρατιωτικά. Παρουσιάστηκε στη Μονάδα του και ανέλαβε υπηρεσία. Τριάντα φαντάροι ήταν όλοι κι όλοι. Και δουλειά πολλή δεν είχε. Ασκήσεις και περιπολίες. Μπορούσε άνετα να διαβάζει, τόσο για τις εξετάσεις της Σχολής, όσο και για τις εξετάσεις της υποτροφίας. Οι γονείς του το είχαν πάρει απόφαση και δεν τον πολυζάλιζαν όταν τους έπαιρνε τηλέφωνο. Μόνο η μάνα του αναστέναζε συνέχεια, αλλά δεν του έκανε εντύπωση, έτσι ήταν η μάνα του.
Ο πρώτος μήνας πέρασε χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει. Έπαιρνε και άδεια εξόδου κάθε δέκα μέρες και βολτάριζε στο έρημο λιμάνι. Λιγοστά μαγαζιά ήταν πια ανοιχτά, αν πει, δε, κανείς για τουρίστες… Μόνο κάποιος Ρώσος είχε έρθει με μία θαλαμηγό, εποχή που τη διάλεξε… Από ό,τι έλεγαν είχε πολλά λεφτά και σκόπευε να αγοράσει κάποια βραχονησίδα. Γέμισε ο κόσμος επίδοξους Ωνάσηδες.
Ο Μπάσσης ξαναείδε τη θαλαμηγό την επόμενη φορά που πήρε άδεια.
- Αυτή είναι ζωή, σκέφτηκε, να μη σε νοιάζει το αύριο και να μπορείς να μείνεις σε ένα νησί όσο θέλεις, χωρίς να υπολογίζεις τα έξοδα. Φαντάσου, ρε συ, Δημήτρη, να ήσουν εσύ στη θέση αυτού του πάμπλουτου Ρώσου, που ένας Θεός ξέρει πώς τα απόκτησε τα λεφτά του – πάντως όχι με τον σταυρό στο χέρι – και να έχεις επιχειρήσεις και βίλες και κότερα και ιδιωτικά τζετ… Και να έχεις στα πόδια σου και όλα τα γκομενάκια, και να τρως ό,τι γουστάρεις, και να κάνεις και ό,τι γουστάρεις, και να μην έχεις ανάγκη ούτε υποτροφίες ούτε μεταπτυχιακά για να κάνεις κάτι στη ζωή σου…
Ναι, κάνε όνειρα, κακομοίρη… Βολέψου τώρα με το να χαζεύεις τα κότερα των άλλων και άσε τα μεγάλα όνειρα, αυτά δεν είναι για ένα παιδί από το Άργος Ορεστικό, με δυο γονείς που θέλουν να το κρατήσουν σώνει και καλά κοντά τους, που το μεγαλύτερό τους όνειρο γι’αυτόν είναι να γίνει ένας ταλαίπωρος, κακοπληρωμένος καθηγητάκος…
Όχι, αυτά είναι όνειρα για τους τολμηρούς, για τους γιους και τις κόρες των καιροσκόπων, των επιχειρηματιών, των ανθρώπων που δεν αφήνουν ευκαιρία να πάει χαμένη, όχι των απλών ανθρώπων, των αγροτών, των υπαλλήλων, των ιερέων… Αυτά είναι όνειρα για εκείνους που πιάνουν την πέτρα και την στύβουν, για εκείνους που δεν ησυχάζουν ούτε στον ύπνο τους, όχι για εσένα, καημένε Δημήτρη, που δεν τολμάς να κάνεις ούτε καν το πρώτο βήμα…
Δεν ήταν στις καλές του εκείνη τη μέρα ο Μπάσσης. Κάτι τέτοιες μέρες ήταν που ένιωθε ιδιαίτερα ηττοπαθής. Ήταν και οι εξετάσεις για το μεταπτυχιακό που πλησίαζαν και είχε αγχωθεί… Τι θα γινόταν αν δεν τα πήγαινε καλά; Θα έπρεπε να αποχαιρετήσει το όνειρό του για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Και μόνο η σκέψη ότι θα κατέληγε καθηγητής τον σκότωνε. Δεν τα πολυσυμπαθούσε τα παιδιά, αυτός ήταν ο κύριος λόγος.
Μια πορτούλα άνοιξε στο κότερο και ένας άντρας με ένα μακό μπλουζάκι βγήκε έξω και άρχισε να καθαρίζει. Προφανώς δεν ήταν ο μεγιστάνας. Ο άντρας κοίταξε τον Μπάσση διερευνητικά. Εκείνος άρχισε να απομακρύνεται περπατώντας αργά-αργά στην άκρη του λιμανιού. Ο άλλος συνέχισε τη δουλειά του. Φαινόταν πολυάσχολος.
Τότε ακούστηκε μια δυνατή αντρική φωνή. Ο Μπάσσης γύρισε και κοίταξε. Ένας δεύτερος άντρας βρισκόταν στο κατάστρωμα. Φαινόταν μεσήλικας και είχε μεγάλη κοιλιά. Αυτός θα ήταν ο Ρώσος μεγιστάνας, προφανώς. Μιλούσε στο κινητό του και φαινόταν αρκετά ενοχλημένος. Περπατούσε νευρικά πάνω-κάτω στο κατάστρωμα όση ώρα μιλούσε.
- Τι δυνατή φωνή! σκέφτηκε ο Μπάσσης. Με τέτοια φωνή θα μπορούσε να κάνει καριέρα στην όπερα.
Πράγματι, αν συγκεντρωνόταν λίγο, ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να ακούσει τι έλεγε, παρόλο που τους χώριζε μια σχετική απόσταση. Προσπαθώντας να θυμηθεί όσα ρώσικα είχε μάθει στο διδασκαλείο ξένων γλωσσών του Πανεπιστημίου, έστησε αυτί. Μα τι προφορά ήταν αυτή, δεν καταλάβαινε τίποτα. Είχαν περάσει και δύο χρόνια από τότε που έκανε τα μαθήματα, βέβαια… Μπα, άδικος κόπος. Το μόνο που κατάφερε να καταλάβει ύστερα από τόση προσπάθεια ήταν ότι ο Ρώσος μεγιστάνας μιλούσε με μία Τατιάνα.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου