Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

44. Απρόοπτο in situ



Η Τατιάνα έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Το πέτυχε με την πρώτη. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά και ύστερα έστριψε το κλειδί μία φορά. Η πόρτα άνοιξε.
Πόσα χρόνια είχε να βρεθεί σε αυτό το σπίτι και όμως ήταν σαν να το είχε επισκεφτεί μόλις εχθές… Τα ίδια παλιά έπιπλα, τα ίδια χρώματα στους τοίχους, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη ίσως ήταν περισσότερα αλλά, όχι, όλα έμοιαζαν ίδια ακριβώς. Να και ο καναπές με τα σκαλισμένα πόδια: το είχαν κάνει μια φορά εκεί με το Βεντούζα. Ήταν το πιο ακραίο πράγμα που είχαν κάνει οι δυο τους. Κουνιόταν ακόμα άραγε; Ναι, κουνιόταν ακριβώς το ίδιο. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
- Γυρίσατε; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από μέσα. Ήρθα πιο αργά σήμερα, επειδή το πρωί είχα να πάω στο γιατρό για κάτι εξετάσεις, σας το είχα πει. Δεν μαγείρεψα όμως, το προχθεσινό φαγητό δεν το ακουμπήσατε…
Η Τατιάνα βρέθηκε τετ-α-τετ με μια μεσήλικη γυναίκα με αλογοουρά, που φορούσε παλιά, στραβοπατημένα παπούτσια και μια λουλουδάτη ποδιά. «Η μαμά του, ή κάποια άλλη γκόμενα;» σκέφτηκε η Τατιάνα, αν και η πιθανότητες έγερναν προς την πρώτη υπόθεση.
- Ποια είστε; ρώτησε η γυναίκα τρομαγμένα.
- Γεια σας, είπε η Τατιάνα προσπαθώντας να βρει μια καλή δικαιολογία, είμαι φίλη του Μάριου…
- Φίλη; Τι είδους φίλη; ρώτησε η άλλη ενώ την κοιτούσε καχύποπτα.
- Φίλη, απλή φίλη.
Η άλλη την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
- Και πώς μπήκατε στο σπίτι; ρώτησε. Μόνο εγώ και ο κύριος Βεντούζας έχουμε κλειδιά.
- Ναι, δικά του είναι τα κλειδιά, είπε η Τατιάνα και απέκλεισε την πιθανότητα η άλλη να ήταν η μητέρα του Βεντούζα. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, είχε την αίσθηση ότι ο Βεντούζας ήταν ορφανός…
- Και τι είδους φίλη είστε που έχετε τα κλειδιά του; Ο κύριος Μάριος δεν μοιράζει τα κλειδιά του δεξιά και αριστερά…
- Ναι, είμαι μία φίλη από τη δουλειά (η άλλη την ξανακοίταξε από πάνω ως κάτω), βοηθός στο Πανεπιστήμιο… στην γραμματεία…
- Α, στην γραμματεία…
- Ναι, στην γραμματεία… Και είχα πάει να τον δω στην κλινική, και…
- Σε ποια κλινική; Τι έπαθε; Γι’αυτό έχω να τον δω από την προηγούμενη Πέμπτη; Τι έπαθε, πείτε μου! Σε ποια κλινική τον έχουν, να πάω να τον δω;
- Όχι καλύτερα, μην πάτε, δεν αφήνουν να τον δει κανείς. Μόνο στους συγγενείς επιτρέπουν να τον δουν.
- Ναι, αλλά εσείς δεν είστε συγγενής… είστε;
- Όχι, δεν είμαι…
- Και τότε πώς τον είδατε;
- Δεν τον είδα, δε με άφηναν να τον δω, αλλά ήρθε η νοσοκόμα του και μου είπε ότι ο ασθενής ήθελε να του κάνω μία χάρη…
- Είναι καλά δηλαδή;
-  Ναι, από ό,τι κατάλαβα ναι, πάει καλύτερα.
- Ευτυχώς, έχει ταλαιπωρηθεί πολύ τελευταία ο καημένος, αλλά μη σας τα λέω εγώ, τα ξέρετε αφού είστε φίλη του.
Την ξανακοίταξε από πάνω ως κάτω.
- Ναι, ναι, είπε η Τατιάνα, ενώ μέσα της έψαχνε τρόπους να φτάσει στον σκοπό της.
- Και τα κλειδιά ποιος σας τα έδωσε, αφού λέτε ότι δεν τον είδατε τον κύριο Μάριο;
- Α, ναι, τα κλειδιά μου τα έδωσε η νοσοκόμα.
- Η νοσοκόμα;
-  Ναι, αφού εγώ δεν μπορούσα να τον δω για να μου τα δώσει…
-  Ναι, φυσικά. Και τι χάρη σας ζήτησε, αν επιτρέπεται;
- Ε, ναι, βέβαια, μπορώ να σας πω, δεν είναι μυστικό. Εσείς, εξάλλου, δικός του άνθρωπος είστε, προφανώς, δεν υπάρχει λόγος να μην το μάθετε…
-  Λοιπόν;
- Μου ζήτησε να του πάω μερικά ρούχα και κάποιες από τις σημειώσεις του, ίσως και κανένα βιβλίο, αν θεωρήσω ότι θα του χρειαστεί.
- Τι να τις κάνει τις σημειώσεις;
- Δεν ξέρω, μπορεί να του έχει έρθει καμιά ιδέα εκεί που είναι.
- Θεέ και Κύριε! σταυροκοπήθηκε η κυρία Αντιγόνη. Τι άλλο θα ακούσω! Αντί να κοιτάξει να βγει από εκεί μια ώρα αρχύτερα, αυτός θα εγκατασταθεί εκεί μέσα!
- Τι να σας πω, τον ξέρετε πώς είναι, όταν τον απασχολεί κάτι…
- Τον ξέρω, ναι. Και ήρθατε για να μαζέψετε τα πράγματά του;
- Ναι.
- Θα σας βοηθήσω με τα ρούχα, τα βιβλία του δεν θέλει να του τα πειράζω. Πόσες μέρες νομίζετε ότι θα μείνει ακόμα;
- Ε, δεν ξέρω ακριβώς…
- Θα του βάλω τρεις αλλαξιές κι αν είναι να μείνει παραπάνω έρχεστε και παίρνετε και άλλες, είπε η κυρία Αντιγόνη. Όχι, από εκεί που πάτε είναι το γραφείο, περιμένετε να σας δείξω… Ή, μάλλον, καλύτερα πηγαίνετε εσείς στο γραφείο του να του βρείτε τα χαρτιά του και τα βιβλία του και θα ασχοληθώ μόνη μου με τα ρούχα του. Δεν θα αργήσω.
Η κυρία Αντιγόνη μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του Βεντούζα και άνοιξε την ντουλάπα του. Πολύ όμορφη ήταν εκείνη η κοπέλα. Να ήταν φίλη του κυρίου Μάριου στ’αλήθεια; Ή, μήπως, να τα είχαν οι δυο τους; Λες; Ο κύριος Μάριος; Ναι, γιατί όχι, ο κύριος Μάριος, λίγους κυρίους είχε δει εκείνη που ήταν κύριοι μόνο στο όνομα;
Ένα κινητό χτύπησε, δεν ήταν το δικό της. Έβγαλε από την ντουλάπα δυο ζευγάρια κάλτσες και τρία σώβρακα. Έβγαλε και δύο φανελάκια, μπορεί να ήθελε να φορέσει φανελάκι στο νοσοκομείο. Να του έβαζε και μια αλλαξιά πιτζάμες; Ναι, βέβαια, και πιτζάμες έπρεπε να του στείλει…
Όχι, ο κύριος Μάριος ήταν κύριος με τα όλα του. Τόσα χρόνια που τον ήξερε, ποτέ δεν της είχε μιλήσει άσχημα, ποτέ δεν είχε κινηθεί πονηρά, τη σεβόταν, όχι, ο κύριος Μάριος δεν μπορεί να τα είχε με εκείνη την κοπέλα. Αυτή, καλέ, αν ντυνόταν διαφορετικά, θα μπορούσε να είναι καμιά ρωσίδα βιζιτού, θου Κύριε!
Έβαλε τα πράγματα του Βεντούζα επάνω στο κρεβάτι του. Τώρα θα χρειαζόταν μια τσάντα. Ή μια μικρή βαλιτσούλα. Α, ναι, θυμήθηκε. Θα χρησιμοποιούσε το μικρό το σακβουαγιάζ που έπαιρνε μαζί του όταν καμιά φορά πήγαινε καμιά μονοήμερη εκδρομή με το μακαρίτη τον Περικλή. Πού ήταν το σακβουαγιάζ; Ε, μα στο πατάρι, φυσικά, αλλά εντάξει, δεν υπήρχε πρόβλημα, θα μπορούσε να τη βοηθήσει η κοπέλα να το κατεβάσει από εκεί. Δύο μέτρα μπόι είχε, να μην μπορούσε να ανέβει στο πατάρι;
Βγήκε στο διάδρομο και πήγε στο γραφείο του Βεντούζα. Από την κλειστή πόρτα ακουγόταν η φωνή της κοπέλας, που μιλούσε στο τηλέφωνο. Μόνο που δεν μιλούσε ελληνικά. Χτύπησε την πόρτα, χωρίς να είναι σίγουρη αν έπρεπε να χτυπήσει ή όχι. Η φωνή διακόπηκε.
- Ναι, είπε η Τατιάνα, περάστε.
Το γραφείο φαινόταν αρκετά συγυρισμένο. Η κοπέλα κρατούσε το κινητό της στο ένα χέρι. Πρέπει να το είχε κλείσει.
-  Το βρήκατε αυτό που ψάχνατε; ρώτησε η κυρία Αντιγόνη.
- Βρήκα μερικά από αυτά που μου ζήτησε, αλλά δεν ξέρω μήπως θέλει και άλλα, είπε η Τατιάνα.
- Εσείς μιλούσατε πριν;
- Ε, ναι…
-  Από τη Ρωσία είστε;
- Ο μπαμπάς μου…
-  Α… Και τώρα ρώσικα μιλούσατε;
- Τώρα; Α, ναι, ναι, μιλούσα με τη γιαγιά μου. Είναι άρρωστη και θέλει να την επισκεφτώ.
-  Να την επισκεφτείτε τότε…
-  Ναι, μάλλον θα πάω το καλοκαίρι. Θέλετε κάτι άλλο;
- Ναι, θα μπορούσατε να με βοηθήσετε να κατεβάσουμε ένα σακβουαγιάζ από το πατάρι;
- Πολύ ευχαρίστως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου